@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Tuesday, October 31, 2006

Ο ήλιος μου

Στη γειτονιά που μένω, ζω επτά ολόκληρα χρόνια. Το λέω και μου φαίνεται πολύ παράξενο. Επτά ολόκληρα χρόνια.

Ακόμα θυμάμαι την πρώτη μέρα που με έφερε εδώ ο Μ., ένας καλός παιδικός μου φίλος. Την θυμάμαι σαν να ήταν μόλις χθες. Δεν ξεχνιέται και τόσο εύκολα εκείνο το ταξίδι με τον ηλεκτρικό. Έξω βαθμοί 40. Μέσα, ακόμη πιο πολλή ζέστη ανακατωμένη με λογιών λογιών δυσοσμίες. Όταν κατεβήκαμε στα Κάτω Πατήσια και επιθεώρησα με μία πρώτη ματιά τα δρομάκια ρίχνοντας παράλληλα φοβισμένες ματιές σε κάτι σκουπιδόμαζες (ναι, είχα πέσει σε απεργία), ένιωσα ξαφνικά ότι όλες μου οι ελπίδες να βρω ένα σπίτι της προκοπής είχαν πάρει μορφή ανθρώπινη και μου κουνούσανε το μαντήλι από την απέναντι αποβάθρα. Την ώρα που πλησιάζαμε το σπίτι θυμάμαι την άσφαλτο που άχνιζε, το μπλε χρώμα του ουρανού που μου φαινότανε τόσο αταίριαστο με τους τόνους τσιμέντου που το κρύβανε, τα πιτσιρίκια που τσιρίζανε βγαίνοντας τρεχάλα από την πίσω μεριά, τα μηχανάκια που πηγαινοέρχονταν στον παράδρομο σαν τρελά, μην τυχόν και καθυστερήσει η παράδοση της πίτσας και μετά αμαυρωθεί τ' όνομα και κατ' επέκτασιν το κούτελο του κυρίου καταστηματάρχα.

"Μάλιστα... ΚΑΙ φασαρία", σκέφτηκα.

Ο φίλος μου ο Μ., όλη αυτή την ώρα ήταν πολύ άνετος. Κι όταν εγώ του έριχνα λοξές ματιές του στυλ "Με δουλεύεις που θα πιάσω σπίτι εγώ εδώ πέρα;" αυτός έψαχνε αμέριμνος τον πίνακα για να βρει το θυροτηλέφωνο του διαχειριστή.
"Μούμπλε, μούμπλε, κάτσε να δεις πως μου τον είπε ο μπάρμπας μου..."
"Μην κάνεις τον κόπο, δε με βλέπω να έρχομαι εδώ πέρα", του είπα δείχνοντάς του με αηδία κάτι κατσαρίδες-μεγαθήρια που κείτονταν με τα βρωμοπόδαρά τους προς τον ουρανό κάτω από τη γλάστρα, λίγο πιο δίπλα μας.
"Σταμάτα ρε παιδάκι μου", μου έριξε την επίπληξη ο Μ. και μου έδειξε την ειδοποίηση του συνεργείου εξόντωσης και καθαρισμού λίγο πιο δεξιά μας, τοιχοκολλημένη στην είσοδο της πολυκατοικίας. "Δε βλ..."
"Ποιός είναι;", μας διέκοψε η φωνή του κυρίου Α., από ένα κουμπάκι στον πίνακα που αναβόσβηνε κόκκινο.
"Καλησπέρα σας! Είμαι ο ανηψιός του Γ. Μπορούμε να ανέβουμε πάνω;"
"Ελάτε, ελάτε", μας καλωσόρισε η φωνή.

Φίμωσα το πνεύμα αντιλογίας που είχε αρχίσει να φουντώνει μέσα μου κι ακολούθησα.
Ο κύριος Α. ήταν εγκάρδιος και γελαστός.
"Και που λες αγαπητό μου παιδί, έτοιμο αγοραστή σου έχω για το διαμέρισμα. Αυτό να πεις στο θείο σου. Δικιά μας, από δω. 40 εκατομμύρια δίνει. Και πού 'σαι... Μετρητά έτσι;..."

"Μάλιστα", σκέφτηκα κι εγώ, "πάει καλιά του το ανάκτορο..."

Κοίταξα το Μ., γνέφοντάς του με τρόπο και ύφος αδιάφορο να τα μαζεύουμε και να πηγαίνουμε σιγά σιγά.

"Ο θείος μου δε θέλει να το πουλήσει", απάντησε με φωνή σταθερή στον συνομιλητή του, ο οποίος φάνηκε προς στιγμήν να καταπίνει τη γλώσσα του. "Μήπως θα μπορούσα να το δω;" τον ρώτησε και γύρισε αμέσως να μου κλείσει κοροϊδευτικά το μάτι.

Σούφρωσα τα χείλη σε ένδειξη σιωπηλής διαμαρτυρίας, τον κάρφωσα με το βλέμμα των τριών κεραυνών και εφτακοσίων τριάντα οχτώ αστροπελεκίων, αλλά τελικά έσκυψα το κεφάλι και ακολούθησα σιωπηλά.

Κατεβήκαμε έναν όροφο πιο κάτω με τα πόδια.
Ένας τυπικός, συνηθισμένος μισοσκότεινος όροφος, σε μία τυπική, συνηθισμένη, πολυόροφη πολυκατοικία στο κέντρο της Αθήνας...

"Εδώ είμαστε λοιπόοον", ανήγγειλε με στόμφο ο διαχειριστής σκορπίζοντας τον αντίλαλο της φωνής του στην ερημιά τεσσάρων γυμνών τοίχων.

Ο φίλος μου ο Μ. έκανε στην άκρη να περάσω χαμογελώντας περίεργα.
Είχα ακούσει ότι ο έρωτας είναι πολύ ύπουλο πράγμα αλλά δεν το είχα φανταστεί ακριβώς έτσι.
Το σπίτι ήταν σε άθλια κατάσταση. Σοβάδες σκορπισμένοι παντού, τα λάστιχα από τις συρόμενες μπαλκονόπορτες κρέμονταν προς κάθε κατεύθυνση, τα μάρμαρα στα πατώματα είχαν τη μορφή φθηνού πλαστικού χιλιογραντζουνισμένου τάπητα, οι τοίχοι γκρι και σε μερικά τους σημεία κατάμαυροι, έξω στο μπαλκόνι τζάμια σπασμένα, οι τέντες ξεσκισμένες σε κουρελιασμένες λωρίδες.

Είχε όμως τόσο, μα τόσο πολύ φως, που απλά δεν μπορώ να το περιγράψω... Μπορώ μόνο να το φέρω πάλι στον νου μου ετούτη την ώρα που γράφω, να ακουμπήσω λίγο πίσω στην καρέκλα μου, να κλείσω τα μάτια μου και να μείνω έτσι ώρα πάρα πολλή, με ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη.
Και δεν ήτανε μόνο το φως.
Ήτανε κι η θέα.
Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι.
Μέχρι το σημείο που ο ορίζοντας γινόταν μπλε.

Ένα φωτεινό διαμέρισμα με θέα.

Μέσα σε έναν μήνα είχα μπει μέσα. Tο φιλαράκι μου ο Μ., το ήξερε πριν από μένα ότι το σπίτι αυτό θα ήτανε μεγάλη γιατρειά και γι αυτό θα του χρωστώ χάρη αιώνια. Αυτό που δεν ξέραμε όμως, ούτε εκείνος ούτε γω, ήταν κάτι άλλο.

Έχει δύο μέρες τώρα που ο ουρανός κρύβεται πίσω από βαριά σύννεφα, έχει δύο μέρες που ο ήλιος αποφάσισε να αποτραβηχτεί για λίγο στη δική του χώρα της μελαγχολίας. Είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό μου, εγώ αυτό το πράγμα δεν το μπορώ, δεν το αντέχω. Με αρρωσταίνει. Με κάνει και νιώθω ξένη, σχεδόν παρείσακτη, αδύναμη και οργισμένη, σα ζώο παγιδευμένο. Κι έτσι έχω δύο μέρες που τρέχω να γυρίσω σπίτι μου με την ψυχή στο στόμα, που την ώρα που γυρίζω το κλειδί στην πόρτα και βλέπω τη γνώριμη αγαπημένη θέα της δικής μου γωνιάς μέσα σε τούτη την πόλη, νιώθω τις πλάτες μου να ξαλαφρώνουν μονομιάς και τα πόδια μου να χάνουν κάθε αίσθηση ισορροπίας.

Κι απόψε, την ώρα που έκλεινα πίσω μου την πόρτα, τότε ήταν που το σκέφτηκα.
Έτσι δεν είναι όταν είσαι ερωτευμένος;

Κι έτσι, λίγο ηρέμησα...
Ε, κι ας είναι πάλι η μέρα αύριο γκρίζα, κι ας ψάχνω να αισθανθώ στο πρόσωπό μου τη ζεστασιά κάποιας παραστρατημένης ηλιαχτίδας...
Κι ας έχει έρθει πάλι ο χειμώνας, κι ας σκοτεινιάζει από τις 5 και μισή το απόγευμα...

Εγώ θα σφίγγω τα κλειδιά μου μέσα στην τσέπη και θα ξέρω ότι ο ήλιος ο δικός μου θα με περιμένει πάντα εκεί.



Gustavo Santaolalla - De Ushuaia a la Quiaca

posted by mindstripper @ 10/31/2006 10:59:00 pm  | 9 Comments |  Links to this post | 

Thursday, October 26, 2006

Τί χώρα είσαι;

Τι λες;
Δεν καταλαβαίνεις;
Ρε παιδί μου, πώς λέμε "Τί ομάδα είσαι;"
Ε, ένα τέτοιο πράμα σου λέω...

"Τί ομάδα είσαι;" με ρωτάνε από μικρή.
"Άρης", απαντάω εγώ.

Και μετά αρχίζουν.
Γέλια, κοροϊδίες, "γιούχου", "χελόοου;", "όξω ρε σκουλήκι", "μα καλά πώς σού 'ρθε", τον τελευταίο πάλι καιρό, η αντίδραση είναι σχεδόν συμπονετική.

"Άρης ε; χμ... καλά..."

Το έχω φιλοσοφήσει εγώ το θέμα. Και στα άδυτα της γης να κατέβει αυτή η ομάδα, εγώ θα την αγαπάω. Κι ας έχω καταλάβει εδώ και χρόνια, ότι το μόνο που αγαπάω τελικά, είναι μία ιδέα που δεν υφίσταται πια γιατί οι άνθρωποι που τη στηρίζουν, την έχουν φορτωθεί από άλλους στις πλάτες τους και απλά την υπομένουν, αντί να την ποτίζουν κάθε μέρα με τον ιδρώτα τους και να την βλέπουνε με υπομονή και περηφάνεια να φουντώνει με άνθη και καρπούς μπροστά στα μάτια τους.

Κι έχεις δίκιο να γελάς κι εσύ.
Γιατί περί ανέκδοτου πρόκειται.
Περί φαντάσματος, περί sci-fi ολογράμματος.

Και μιας κι έφτασες μέχρι εδώ με μένα και τις ιδεολογίες μου, ε, άκου τώρα και τούτο...

Θέλεις να σου πω τί χώρα είμαι;

Ελλάδα!

Και με την ιδέα αυτής θα ζω, γιατί την πραγματικότητα που με ταϊζουνε θέλω να τους την κάνω εμετό στα μούτρα.

Μα τι;...
Κλαις;...
Σταμάτα τώρα...
Εγώ για να γελάσεις στο είπα.

posted by mindstripper @ 10/26/2006 10:28:00 pm  | 10 Comments |  Links to this post | 

Wednesday, October 25, 2006

What's the story...











...morning glory.



Hungarian Dance No. 11 in D Minor

Κι άμα λέω ότι θά 'θελα νά 'μουν γυφτάκι, μέσα στη μουντζούρα και την ξυπολυσιά, πάνω σε μία ετοιμόροπη καρότσα, δεν κάνω καθόλου πλάκα.

Νύχτα καλή.

posted by mindstripper @ 10/25/2006 12:19:00 am  | 10 Comments |  Links to this post | 

Sunday, October 22, 2006

Όμορφη μέρα

Αυτές οι λέξεις είναι τιποτένιες μερικές φορές.

Θέλω να περιγράψω τη ζεστασιά που αισθάνονται τα μάτια μου όταν ανοίγουν νυσταγμένα τα ρολά και τυφλώνονται από χίλιες ακτίνες φωτός, και νιώθω ότι κάτι τέτοιο είναι απλά αδύνατο.

Θέλω να αποτυπώσω στο χαρτί την ευτυχία του να κάθομαι και να πίνω τον πρωινό Κυριακάτικο καφέ με γνώριμους παλιούς και άλλους, εκείνης της στιγμής, ταξιδεύοντας στη μαγεία βιολιών και βιολοντσέλων, χαζεύοντας τα πρόσωπα των ανθρώπων που κάθονται τριγύρω και έχουν αφεθεί να πλέουν στο βυθό της μουσικής. Αλλά είναι ακατόρθωτο.

Τα πρόσωπά τους γελούν. Είναι τόσο φωτεινά και γαληνεμένα, που δεν είναι το φως της λαμπερής μέρας που αντιφέγγει πίσω από τις καθιστές φιγούρες τους, αλλά η αύρα της μουσικής που έχει εμποτίσει με ευτυχία κάθε χιλιοστό του κορμιού τους. Η ώρα περνά αβίαστα, ο καφές γίνεται μπύρα, η μπύρα γίνεται σφηνάκι τεκίλα, ο χώρος σείεται από γέλια τρανταχτά, το στόμα μπορεί να σταματά να γελά κάποτε πότε, αλλά τα μάτια δεν παραδίνονται τόσο εύκολα - ούτε και πρέπει ποτέ να παραδοθούν, ότι και να γίνει. Είναι μεγάλη αμαρτία να σπας ο ίδιος τον καθρέφτη της ψυχής σου, κι ας είναι αυτό μόνο δικό σου, παντοτινό δικαίωμα.

Θέλω να δώσω μία και να ανοίξω ένα πολύχρωμο σακί, που από μέσα του θα ξεχυθούν παντού μυρωδιές άνοιξης και χαμόγελα σε χίλια σχήματα και χρώματα και σχέδια, σαν τις χιλιάδες πεταλούδες που πεταρίζαν σήμερα ασταμάτητα γύρω μας κατά τον δρόμο της επιστροφής.

Αλλά είναι αυτό που σου έλεγα στην αρχή. Δε μπορώ να βγάλω όλο αυτό το πράγμα από μέσα μου με λόγια, δε γίνεται. Είμαι πολύ μικρή. Τελικά όμως, δεν έχει σημασία. Γιατί το μεγαλείο, των εντός ή των εκτός, του ορατού ή του αοράτου, του υλικού ή του άυλου, του λογικού ή του παράλογου, της στιγμής ή της μίας και μοναδικής αιωνιότητας, δεν έχει ποτέ μέτρα και σταθμά.

Έτσι, μία απλή Κυριακή είναι πλέον μία απλή, όμορφη μέρα.


Άρκάιβ, δικό σου. Όχι επειδή στο χρώσταγα, αλλά επειδή ήσουν εκεί.
Καλή Αρχή κοπελιά.

posted by mindstripper @ 10/22/2006 09:27:00 pm  | 11 Comments |  Links to this post | 

Wednesday, October 18, 2006

Ευχή

- Ρε γαμώτο, θα ήθελα να μπορούσα μία μέρα να έβλεπα τη ζωή μου σαν κινηματογραφική ταινία. Από την αρχή μέχρι το τέλος.

- Είσαι τρελός; Εννοείται ότι δεν θα ήθελα ποτέ μου να δω κάτι τέτοιο.

- Σοβαρά;

- Σοβαρότατα.

- Και γιατί παρακαλώ;

- Γιατί απλούστατα, δεν θα άντεχα ποτέ να δω το τέλος.






posted by mindstripper @ 10/18/2006 04:35:00 am  | 18 Comments |  Links to this post | 

Sunday, October 15, 2006

Πατρίδα

Σάββατο ξημέρωμα. Ανοίγω τα βλέφαρά μου. Σκοτάδια. Κοιτάζω το ρολόι μου. Ώρα επτά παρά τέταρτο. Ώρα να φύγω.

Βγαίνω στο μπαλκόνι. Η Αθήνα μυρίζει βροχή κι έτσι μισοκοιμισμένη όπως φαίνεται, μοιάζει με πόλη άλλων καιρών, αναπνέει αργά-αργά και απολαμβάνει αχόρταγα το χάραμα όπως θα απολάμβανε κι ο γέρος καπετάνιος τον αχνιστό πρωινό καφέ του. Τα φώτα των αυτοκινήτων πέρα, στο βάθος, σχηματίζουν μία πολύχρωμη κορδέλα που χορεύει στα χρώματα της αυγής. Σε λίγη ώρα κάπου εκεί θα είμαι κι εγώ, ένα φωτάκι στο γαϊτανάκι του φευγιού, αφήνοντας πίσω μου ευθύνες, τρέχοντας ολοταχώς προς εκείνον τον άνθρωπο που ονομάζω πατρίδα μου. Γιατί εμένα πατρίδα μου δεν είναι μέρος, δεν είναι σπίτι, δεν είναι πόλη, δεν είναι καν γνωστοί και φίλοι. Εμένα πατρίδα μου είναι ένας άνθρωπος μόνο. Κι όσο πολύ κι αν τον αγαπάω, όσο κι αν κάθε φορά που τον βλέπω αναστενάζω από ευγνωμοσύνη, τόσο στο τέλος τρέχω πάλι να φύγω μακρυά του και τόσο περισσότερο μισώ τον εαυτό μου γι αυτό.

Το ταξίδι, όπως πάντα, κάθαρση. Ήλιος στην αρχή, μετά σύννεφα, μετά ψιχάλα, ύστερα δυνατή βροχή. Πρώτα διόδια. Ούτε καλημέρα. Δεύτερα διόδια. Ούτε καν οπτική επαφή. Δεν πειράζει, δε βαριέσαι... Στον Άγιο Κωνσταντίνο τα παράθυρα τέντα ανοιχτά, η αλμύρα της θάλασσας έχει πάρει πρόσωπο και ερωτοτροπεί μαζί μου, οι στάλες της βροχής ζηλεύουν και πέφτουν με δύναμη πάνω στο χέρι μου που είναι απλωμένο με τα δάχτυλα ανοιχτά πάνω στην πόρτα σαν νά 'ταν καλοκαίρι: όταν ταξιδεύω δε μου φτάνει μόνο να ακούω τη μουσική, θέλω να την φυλακίζω μέσα μου σαν νά 'τανε ξωτικιά, πιέζω την παλάμη μου σταθερά πάνω στα τοιχώματα του αυτοκινήτου δίπλα από τα μεγάφωνα και νοιώθω τους παλμούς της να μεταγγίζονται με τρόπο ηλεκτροφόρο σε όλες τις απολήξεις των φθυσικών μου νευρώνων.

Φτάνω σε μέρη γνώριμα. Η νοσταλγία έρχεται να με συναπαντήσει πρώτη απ' όλους. Κάποτε έψαχνα να βρω τρόπους να την ξαποστείλω, τώρα την υποδέχομαι σαν ένα καλό φιλαράκι από τα παλιά - γιατί, να στο πω κι εσένα, μη γελιέσαι, αυτό ακριβώς είναι. Βγαίνουμε πάλι έξω έξω χέρι-χέρι την αγαπημένη εκείνη ώρα που πέφτει το φως, κι άμα κοιτάξω προσεκτικά πίσω από το φωτεινό απόκοσμο περίγραμμα των βουνών στο βάθος του κάμπου, το ξέρω ότι θα δω να χορεύουν φιγούρες ζυμωμένες με την αύρα και την ξενοιασιά εκείνων των καιρών.

Η δεξαμενή είναι ακόμα εκεί. Οι φωλιές των πελαργών το ίδιο. Το καμπαναριό στην εκκλησία χτυπάει μία φορά. Και γω ανοίγω την αυλόπορτα και βρίσκω πάλι την πατρίδα μου για λίγο. Τον άνθρωπό μου. Κάθε φορά που τον βλέπω χαίρομαι, μετά κλαίω, μετά έρχεται η στιγμή που μισοκλείνω τα μάτια και μου έρχονται στο νου πρόσωπα και παραστάσεις που μου φέρνουν αναγούλα - είμαι κι εγώ ανάμεσά τους. Ανοίγω τα μάτια μου διάπλατα και βλέπω μπροστά μου το πρόσωπο μίας παιδούλας, δυο μάτια που κλείνουν μέσα τους όλα εκείνα που ήθελα να δώσω αχόρταγα, χωρίς ανταπόδοση και δεν μπόρεσα, δεν πρόλαβα, δεν με άφησαν, δεν μου έτυχε ρε γαμώτο, όλη μου την ύπαρξη, τη ζωή μου, το παράπονό μου, τα όνειρά μου.

Η γιαγιά μου η Παρασκευή είναι 89 χρονών και πάσχει από γεροντική άνοια.

Είναι επίσης, όλες οι πατρίδες που είχα και θα έχω ποτέ μου.



Αφιερωμένο -άσκοπα- στους Θ., Κ., Δ. και Λ.

posted by mindstripper @ 10/15/2006 06:23:00 pm Links to this post | 

Wednesday, October 11, 2006

Η γειτονοπούλα

"Γέμισε το ασανσέρ με τον όροφό μας σήμερα", χαμογέλασε η διαχειρίστρια της πολυκατοικίας.

Η γειτόνισσά μου η φοιτήτρια (έχω κι άλλη μία, αλλά αυτή είναι η γυναίκα του κυριού Π. ο οποίος είναι πάρα πολύ καλός κύριος παρ' ότι όταν τα παίρνει στο κρανίο ρίχνει κάτι μπινελίκια δημιουργικώς αξιομημόνευτα - καλά νά 'ναι ο άνθρωπος) χαμογέλασε κι αυτή. Κι εγώ μαζί. Μετά σιωπή - η μία κοίταζε τον τοίχο, η άλλη το πάτωμα, εγώ πάλι έξαφνα κατάλαβα για ποιόν λόγο δεν έπρεπε το πρωί που ξύπνησα, να πάρω τη μπλούζα που φορούσα από εκείνη τη συγκεριμένη στοίβα των ρούχων: ήταν τρύπια.

Η κοπελίτσα που έμενε παλιά στο διπλανό μου διαμέρισμα, με την οποία πού και πού τα λέγαμε έξω από τα διαχωριστικά των μπαλκονιών, παντρεύτηκε τον καλό της κι έφυγε από την Αθήνα. Στη θέση της, ήρθε η μικρή αδερφή. Και μόλις εκείνη την ώρα, συνειδητοποίησα πως με αυτή την γειτονοπούλα μου ποτέ δεν είχα μιλήσει στ' αλήθεια.

"Πόσα παπαγαλάκια έχεις ρε συ;", έριξα την ερώτηση στα καλά του καθουμένου μέσα στη σιωπή του θαλάμου.

Στο πρόσωπό της γειτονοπούλας, ζωγραφίστηκε η απορία.

"Εχμμμ... έξι και τρία... συν το άλλο το μικρούλι... Τώρα δέκα", γύρισε και μου είπε κάπως επιφυλακτικά. "Σ' ενοχλούν; Φωνάζουν πολύ, ε;"

Γέλασα δυνατά και της εξήγησα ότι δεν υπήρχε λόγος για να ανησυχεί για κάτι τέτοιο.

"Αν ακούσεις τους δικούς μου πώς κρώζουνε κάθε πρωί με την αυγούλα, θα καταλάβεις τί εστί φωνή. Οι άντρες φίλοι μου έχουν εξασκηθεί να ξεραίνονται στον ύπνο σε all-weather συνθήκες από το στρατό και μετά. Εγώ από τους παπαγάλους μου."

Το πρόσωπό της σε δευτερόλεπτα άλλαξε εντελώς έκφραση. Όρθωσε το σώμα της, σταμάτησε πλέον να κοιτάζει το πάτωμα. Χαμογελούσε συνέχεια και δεν ήξερε τί να μου πρωτοπεί.

"Έχεις κι εσύ; Έλα ρε! Και τί; Δεν τους βγάζεις έξω καθόλου; Μα πως... και πόσο καιρό τους έχεις; Αφού δεν τους έχω ακούσει ποτέ."

"Τους έχω από το άλλο μπαλκόνι του σπιτιού, κοντά στην κουζίνα. Ξέρεις, για να μου κρατάνε και να τους κρατώ κι εγώ παρέα. Έλα να τους δεις δύο λεπτάκια άμα θες, έχεις λίγη ώρα;"

Ήρθε. Δεν έκατσε πολύ. Άντε πέντε λεπτά να ήτανε. Κατάκοπη από τη δουλειά της, μου είπε πως δεν μπορούσε να μείνει περισσότερο, φαινότανε στο πρόσωπό της. Άλλωστε κι εγώ δεν πήγαινα πίσω, ήταν εκείνη η ώρα που το μοναδικό πράγμα που αποζητώ μπαίνοντας στο σπίτι μου, είναι η δική του αγκαλιά.

Μέσα σ' αυτά τα πέντε λεπτά, μου ανέλυσε γεγονότα και περιστατικά από τα παπαγαλάκια της, φλυαρώντας με χάρη, με τρυφερότητα και με μία οικειότητα εντελώς φυσική.
Χαμόγελα, ζεστασιά, αφήγηση γρήγορη, ακούραστη, ανεπιτήδευτη, χρόνος που ρέει γάργαρα και αφήνει στο πέρασμά του ήλιους και δροσοσταλίδες.
Μόλις λίγα λεπτά πιο πριν, αμηχανία, τυπικότητα, χρόνος ακίνητος, γκρίζος, δύσκαμπτος, ένα ασανσέρ που αργεί να εκτελέσει το δρομολόγιό του, μάτια που ουσιαστικά δεν είχαν συναντηθεί ποτέ.

Θα πρωτοτυπήσω θα μου πεις... αλλά δε βαριέσαι, εγώ θα το πω.

Αυτά είναι τα ωραία μας.

Archive, τσιμουδιά εσύ. Δε θα τα ξαναλέμε. Να πας να φας αλλού ψητούς παπαγάλους.

posted by mindstripper @ 10/11/2006 11:54:00 pm  | 13 Comments |  Links to this post | 

Tuesday, October 10, 2006

Fin

"Μερικές φορές φανταζόμουν πως το αίμα μου γέμιζε ένα χάρτινο ποτήρι. Άκουγα κάθε πίδακα να σπάει στα μαλακά τοιχώματα του ποτηριού. Ίσως εκατό πίδακες να γέμιζαν το ποτήρι - αυτό θα πει πενήντα δευτερόλεπτα. Έπειτα σκεφτόμουνα πώς να κόψω τις φλέβες μου. Με το μαχαίρι της κουζίνας; Το μικρό μυτερό με το μαύρο χερούλι; Ή με ξυράφι; Αλλά δεν υπάρχουν πια κοφτερά ξυράφια - μόνο εκείνα τα ασφαλείας που τα πετάς. Ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει πως πέρασε η εποχή των ξυραφιών. Σκέφτηκα πως με τον ίδιο τρόπο θα περνούσα κι εγώ. Χωρίς να κουνήσει φύλλο. Ίσως να με σκεφτεί κι εμένα κάποιος σε μια στιγμή παραφοράς, όπως σκέφτηκα κι εγώ τώρα το παλιό ξυράφι με τη μια κόψη που δεν υπάρχει πια.

Κι όμως δεν είναι ανύπαρκτο. Ζει χάρη στις σκέψεις που έκανα. Το ξέρεις ότι κανένας απ' όσους ήταν ενήλικοι όταν εγώ ήμουνα παιδί, δεν ζει τώρα; Άρα κι εγώ ως παιδί έχω πεθάνει. Κάποια μέρα, σύντομα, ίσως σε σαράντα χρόνια, δεν θα ζει ούτε ένας απ' όσους με γνώρισαν κάποτε. Τότε θά 'χω πεθάνει στ' αλήθεια - όταν δεν θα υπάρχω σε κανενός τη μνήμη. Με απασχόλησε αρκετά το πώς οι πολύ ηλικιωμένοι είναι τα τελευταία άτομα εν ζωή που γνώρισαν κάποιον άνθρωπο ή μια ομάδα ανθρώπων. Όταν πεθάνουν κι αυτοί, πεθαίνει όλη εκείνη η ομάδα, εξαφανίζεται από τη μνήμη των ζωντανών. Αναρωτιέμαι ποιός θα είναι αυτός ο άνθρωπος στην περίπτωσή μου. Ποιανού ο θάνατος θα με κάνει κι εμένα να πεθάνω στ' αλήθεια;"


Απόσπασμα από το διήγημα "Τρία κλειστά γράμματα".
Irvin Yalom - Ο Δήμιος του Έρωτα.

Δε φταίω 'γω. Φταίει η βροχή παρέα με τον Badalamenti.
Αυτή τη στιγμή έξω είναι όλα κόκκινα. Και δεν είναι η ιδέα μου.



Νύχτα καλή.

posted by mindstripper @ 10/10/2006 12:57:00 am  | 7 Comments |  Links to this post | 

Sunday, October 08, 2006

Προσωπικός Ιούδας

Ακούω τραγούδια.
Ακούω το "Alright, Ι think we're gonna make it" και χαμογελώ, παίρνω άθελά μου βαθιά ανάσα και σκέφτομαι "δε γίνεται, αν μπορεί ένα τραγούδι από το τότε, να μου ζεσταίνει την ψυχή ακόμα και τώρα με τις ίδιες ζεστές, βελούδινες ηλιαχτίδες, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι καλό μαντάτο". Γεμίζουν οι αρτηρίες μου με οξυγόνο. Και δε με νοιάζει ακόμα κι αν τα σύννεφα είναι κατάμαυρα.

Ακούω τραγούδια.
Ακούω μέσα από μία ρωγμή του χρόνου το "Everything I own" και κλείνω τα μάτια γιατί αυτός ο παλιός γνώριμος άγγελος, μόνο μ' αυτόν τον τρόπο μου φανερωνότανε από τότε. Κι εκεί που σταματάει το κελάρυσμα της κιθάρας, τα κρουστά γαληνεύουν και τα βιολιά γέρνουν να ξεκουραστούν, έρχεται η απόλυτη στιγμή της σιωπής, έρχεται πάλι εκείνο το ένα δευτερόλεπτο όπου μέσα του μία δίψα αστείρευτη κι οργισμένη γίνεται θεριό ανήμερο, πού 'χει έναν σκοπό μονάχα και γι αυτόν γεννιέται και πεθαίνει ξανά και ξανά και ξανά: για να γονατίσει τσακισμένο από τους λυγμούς, βουτηγμένο μέσα στην απελπισία της προσμονής, εμπρός σε μια μικροσκοπική δροσοσταλίδα που θα του χαρίσει μονομιάς τη δροσιά και τη γλύκα και το νόημα του κόσμου όλου. Και μετά να ημερέψει. Και μετά να ξεψυχήσει. "Is there someone you know..."

Ακούω τραγούδια.
Ακούω ένα πιάνο μόνο του. Που αρχίζει να μονολογεί και σιγά σιγά να πειραματίζεται με τους τόνους του με διάθεση μελαγχολική. Για μονόλογος, ετούτος ο μονόλογος, δεν είναι καθόλου κουραστικός, σκέφτομαι. Κι εκεί που μονολογεί αρχίζει να παραστρατίζει, το ακούω, το κάνει επίτηδες για να με δοκιμάσει, αρχίζει να παίζει μαζί μου γιατί το ξέρει ότι έχει κερδίσει την αμέριστη προσοχή μου, ότι αρχίζει να με αφομοιώνει και να με καταβροχθίζει. Με δοκιμάζει όπως ο ερωτικός σύντροφος το ταίρι του, θέλει να με κάνει να περιμένω, κι όταν αρχίζω κι ανυπομονώ με κάνει να περιμένω ακόμη περισσότερο, και μετά κι άλλο, κι άλλο λίγο ακόμη, μέχρι που όταν έρθει εκείνη η στιγμή, ξεσπάμε και οι δύο στην ίδια πλήρωση, στον ίδιο οργασμό.

Ακούω τραγούδια.
I focus on the pain, the only thing that's real. Στην αρχή μόνο θλίψη, πόνος, παράπονο, παραίτηση, αυτολύπηση, οδυνηρή αυτογνωσία. Μετά δύναμη, υπερηφάνεια, υπεροψία, αυτάρκεια, περιφρόνηση, οδυνηρή αυτογνωσία. Έπειτα απογείωση. Στο τέλος συντριβή. Και μετά, δάκρυα. Μη ρωτήσεις που ανήκουν. Εδώ καλά-καλά δεν ξέρω πού οφείλονται.

Ακούω τραγούδια.
Και θυμάμαι τη Σ. που κάποτε, μία τέτοια ώρα, με μία κουβέντα μόνο, έδωσε μία και ξεσκέπασε την ψυχή μου. "Σε πρόδωσε η μουσική", είχε γυρίσει να μου πει χαμογελώντας.

Από τότε το έχω μάθει: η μουσική είναι η πιο γλυκιά προδοσία.
Και τελικά, δεν ξέρω αν υπάρχει πιο λυτρωτικό πράγμα από το ν' αγαπάς τόσο πολύ τον προσωπικό σου προδότη...



Για τον κύριο Φ. που κάθε μέρα έχει γενέθλια.

posted by mindstripper @ 10/08/2006 02:35:00 am  | 5 Comments |  Links to this post | 

Thursday, October 05, 2006

Αν αυτό είναι πολιτισμός...

...τότε να πνίξω την ψυχή μου μέσα στο πετρέλαιο, να της βάλω φωτιά και καθώς θα σπαρταράει χάμω, να πεταχτεί και να σου κάψει και σένα το σπίτι Άνθρωπε των Νόμων και των Γραμμάτων.

Βασικοί στόχοι του κόμματος είναι:
- Η νομιμοποίηση της σεξουαλικής επαφής μεταξύ ενηλίκων και ανηλίκων από 12 ετών
- Η νομιμοποίηση της κατοχής παιδικού πορνογραφικού υλικού για προσωπική χρήση


ΠΑΤΗΣΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΩΣΕ ΤΟΝ ΨΗΦΟ ΣΟΥ

Σε περίπτωση που δεν είναι ήδη γραμμένο, δώσε στο θέμα/subject του mail σου τον τίτλο "Ψήφος Διαμαρτυρίας κατά του Κόμματος Παιδοφίλων (PNVD)"

Όλα τα στοιχεία θα αποσταλούν από "Το Χαμόγελο του Παιδιού" στην αρμόδια Επιτροπή Συλλογής Υπογραφών
Υπέγραψε και συ σε εκλιπαρώ...
Είμαστε περισσότεροι από αυτούς. Πολύ περισσότεροι.

Tο είδα στο blog της Πτώσης, χάρη στο Αερικό που το μετέδωσε.

[Update] Διάβασε και κρίνε:
Ο κόσμος έχει λανθασμένη εικόνα για τους παιδεραστές - Έψιλον, 25 Ιουνίου 2006

(Απ)όψεις
Pascal, Ροδιά, Manifesto, Oistros, Netpen, McFly, Vangelakas, Ptwsh, Πρέζα TV, Psyt, ANemos, Δημήτριος ο Ταξιδευτής

posted by mindstripper @ 10/05/2006 12:58:00 pm  | 20 Comments |  Links to this post | 

Wednesday, October 04, 2006

Με τα λόγια πιλάφι δε γίνεται

"Μου φέρεται σαν ιδιοκτησία του. Ξέρεις, απέρριψα μία άλλη δουλειά με πολύ καλύτερες αποδοχές, όπου θα έκανα ταξίδια, πολλά ταξίδια. Δεν με αφήνει. Ζηλεύει πάρα πολύ.
...
Κάποτε που είχα επαγγελματικό ταξίδι μαζί με το αφεντικό μου, ήρθε στο αεροδρόμιο. Ήθελε να τον "κόψει", να δει αν του είχα δώσει αληθινή περιγραφή για την ηλικία του, για την εμφάνισή του. Δεν έχω αποκτήσει τα προβλήματα με το στομάχι μου τυχαία.
...
Οι γονείς μου δεν θέλουν να τον βλέπουν. Και οι φίλοι μου το ίδιο. 8 χρόνια τώρα η ίδια ιστορία. Και τα τελευταία δύο, τα πράγματα έχουν χειροτερέψει.
...
Τα έχουμε κουβεντιάσει άπειρες φορές. Δεν καταλαβαίνει. Τώρα θέλει να κάνουμε και παιδιά.
...
Δεν μπορώ να τον χωρίσω και ξέρεις γιατί;
Γιατί είμαι δειλή.
"

"Έχει γυρίσει να σε χτυπήσει ποτέ;"

Παγώνει. Με κοιτάζει παράξενα.

"Πώς σου ήρθε να μου το ρωτήσεις αυτό;"

"Έτσι μού 'ρθε. Σε έχει χτυπήσει;"

"Όχι, μόνο μία φορά ήταν πολύ κοντά στο να το κάνει. Αλλά έφταιγα κι εγώ... Γύρισα και τον χαστούκισα πρώτη."

Τρεις μέρες μετά.

"Και ξέρεις τί έκανε; Με το που μπήκα σπίτι μετά το ταξίδι, με περίμενε με μία μεγάλη ανθοδέσμη, μου είπε ότι πρέπει να τον καταλάβω κι εγώ και μου ζήτησε συγγνώμη. Και μετά με πήρε και φάγαμε έξω, και ήταν πολύ γλυκός, και ρε γαμώτοοοοο... τον λατρεύωωωω! Και ρε συ... δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον άνθρωπο με τον οποίον θα ήθελα να κάνω ένα παιδί."

Μία εβδομάδα αργότερα.

"Πώς τα πας;"
"Καλά μωρέ..."
"Γιατί είσαι έτσι κίτρινη;"
"Δεν είναι τίποτα, με έχει πιάσει το στομάχι μου πάλι..."

Δεν ρώτησα να μάθω λεπτομέρειες, αλλά σιωπηλά συμφώνησα μαζί της σε ένα πράγμα.
Είναι όντως δειλή.

Αντιθέτως τα παιδιά της, τα παιδιά τους, θα είναι γεννημένοι ήρωες.

posted by mindstripper @ 10/04/2006 12:18:00 pm  | 18 Comments |  Links to this post | 

Monday, October 02, 2006

Let go

4 η ώρα το πρωί. Ο ήχος του τηλεφώνου διαπερνά και κάνει χίλια κομμάτια τη σιωπή του υπνοδωματίου. Πετάγομαι αλαφιασμένη. Κοιτάζω την οθόνη του τηλεφώνου. Βλέπω το νούμερο της Μ.

"Έλα! Κοιμάσαι;"
"Ναι ρε... Τί έγιν...;"
"Τίποτα, έτσι πήρα να δω τί κάνεις."
"Ανησύχησα ρε βλάκα. Είναι 4 η ώρα."
"Το ήξερα ότι θα ανησυχούσες, γι αυτό σε πήρα τέτοια ώρα! Να μάθεις κι από δω και πέρα να μην ανησυχείς ποτέ ξανά, όταν βλέπεις το νούμερό μου στο κινητό σου."

Εννοείται ότι τα είχε τσούξει αγκαλιά με τον Χ., που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Μου τραγούδησε, μου είπε πως με αγαπάει, μου έβαλε ν' ακούσω εκστασιασμένη ένα κομμάτι των Beatles με σιτάρ, και μετά το κλείσαμε.

Ξανακοιμήθηκα πολύ εύκολα και με το χαμόγελο στο στόμα.
Το πιο περίεργο είναι ότι όντως, μετά απ' αυτό το τηλέφωνό της, έπαψα πια να ανησυχώ.

Οι φίλοι μου συνεχίζουν να μου δείχνουν το δρόμο. Κάθε μέρα.

posted by mindstripper @ 10/02/2006 05:11:00 pm  | 14 Comments |  Links to this post |