@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Wednesday, May 18, 2011

Σαββοπούλειον (end titles)

Εκνευρίστηκα πάλι. Κι έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην το κάνω και να μην ασχολούμαι, όταν αυτό αφορά ανθρώπους που ανήκουν στη γενικότερη κατηγορία των σκουπιδιών, με ό,τι υποκατηγορίες μπορεί αυτή να περιλαμβάνει. Δημοσιογράφους, πολιτικούς, δικαστικούς, αστυνομικά όργανα. Παράλληλα με αυτό, προσπαθώ πολύ να μένω εκτός σε περιπτώσεις που είναι φανερή η πνευματική σύγχυση του ομιλητή, είτε λόγω ψυχολογικών διαταραχών, είτε λόγω ηλικίας.

Θεωρώ ότι ο Σαββόπουλος ανήκει σ' αυτό, το τελευταίο. Κανονικά δεν θα έπρεπε να ασχοληθώ. Πιθανόν να μην ασχολιόμουν, εαν δεν ήταν ο Νιόνιος αυτός που μιλούσε αλλά κάποιος άλλος, κάποιος στου οποίου το πρόσωπο δεν έτρεφα καμμία εκτίμηση, τα λόγια και οι μουσικές του δεν με είχανε κάνει ποτέ να κλάψω ή να γελάσω ή να βγάλω τα σωθικά μου τραγουδώντας "να μας πάρεις μακρυά, να μας πας στα πέρα μέρη". Αλλά δεν μπορώ. Έχω φορτώσει με αυτό το "Να απομακρυνθούν όλοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας". Το ακούω και νιώθω τα μηνίγγια μου να χτυπάνε. Αυτό επειδή το Νιόνιο τον αγαπούσα. Κι άμα αγαπάς κάποιον, ειδικά αν έχεις μεγαλώσει μαζί του, η σφαίρα του μύθου γίνεται ον αυτόβουλο, χτίζεται σε χρόνο μηδέν, είναι απλά κάτι το ανεξέλεγκτο. Θα μου πεις, δύσκολη η απομυθοποίηση, αλλά δεν μπορώ και να μυξοκλαίω σαν κανένα 15χρονο. Έχεις δίκιο. Είμαι κοτζάμ γαϊδούρα, το αντέχω για δικούς μου ανθρώπους, πολύ περισσότερο για 'είδωλα' άλλων καιρών. Οπότε πάει αυτό. Πες ότι το παλεύω.

Αυτό που δεν παλεύω είναι ότι τα λόγια που βγήκαν από το στόμα αυτού του ανθρώπου, ενός ανθρώπου σύμβολου των γραμμάτων και των τεχνών, θα τα ακούσουν εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων. Στο twitter πολλοί έγραψαν περί ηλιθιότητας. Εγώ τον χαρακτήρισα "φασίστα". Χαρακτηρισμός άκυρος, γιατί όλο του το παρελθόν μόνο κάτι τέτοιο δεν δείχνει, κι αυτή είναι η πραγματικότητα. Ζητώ δημοσίως συγνώμη λοιπόν γι αυτόν τον χαρακτηρισμό. Αυτό που έπρεπε να έχω γράψει είναι ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος μπορεί να μην είναι φασίστας, η δήλωσή του όμως είναι πιο φασιστική από όλα εκείνα που ο ίδιος μπορεί στο παρελόν να καταδίκαζε με κάθε λόγο και κάθε πράξη του. Κι αυτό με κάνει και θλίβομαι διπλά και τρίδιπλα. Πρώτα για εκείνον. Κι έπειτα γι αυτό που κάποτε συμβόλιζε.

"Να απομακρυνθούν όλοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας."

Μάλιστα. Όλοι οι λαθρομετανάστες. Εκείνοι που έχουν έρθει εδώ και 10-15 χρόνια στα Κάτω Πατήσια και πιάσανε μαζί με τις οικογένειές τους τα υπόγεια, μέσα στη βρώμα και στη μούχλα. Αυτά που δεν τα έπιανε κανένας άλλος, αυτά που οι σπιτονοικοκυραίοι τα είχανε για αποθήκες. Και που τα καλοκαίρια, όταν έπιαναν οι καύσωνες, βγάζανε τα σεντονάκια τους έξω, στα παγκάκια των λίγων πεζόδρομων, και κοιμόντουσαν εκεί. Εκεί που βγάζανε και τις απλώστρες με τα λιγοστά ρούχα που έπλεναν στο χέρι. Εκείνοι που έπιασαν κάτι ετοιμόρροπα σπίτια που φοβάσαι ακόμα κι απ' έξω να περάσεις, αλλάζεις πεζοδρόμιο, βλέπεις τις πλίνθες να εξέχουν πάνω από το κεφάλι σου και σκέφτεσαι "άστο καλύτερα". Εκείνοι που δουλεύανε στο μεροκάματο χωρίς ασφάλεια και χωρίς παροχές ποιός ξέρει για πόσο καιρό, μπας και μαζέψουνε κανα φράγκο να πάρουνε κανένα σπιτάκι για τα παιδιά και τις γυναίκες τους.

Έχω γράψει κι άλλες φορές εδώ για τα Κάτω Πάτήσια και τη γειτονιά μου. Έχω γράψει για το ότι φοβάμαι. Φοβάμαι τόσο που παίρνω το αυτοκίνητο όπου και να πάω πια, κλειδαμπαρώνομαι μέσα και νιώθω λίγο πιο ασφαλής. Το σπίτι μου είναι δίπλα στη Γιάνναρη άλλωστε. Και η Γιάνναρη δεν έχει βαφτεί με αίμα τώρα για πρώτη φορά. Φοβάμαι τόσο που σκέφτομαι όχι πια τόσο σπάνια, ότι μάλλον έχει έρθει ο καιρός να φύγω από δω. Δε θα είμαι και η πρώτη. Τα υπόγεια έχουνε κλείσει και τα καλοκαίρια με τους καύσωνες κανένας δεν κοιμάται πια στα παγκάκια του πεζόδρομου. Στεναχωριέμαι που θα αποχωριστώ τη γειτονιά και τους ανθρώπους της. Τους ανθρώπους της, οι οποίοι τουλάχιστον στο μισό ποσοστό τους, είναι και ήταν ανέκαθεν μετανάστες. Γιατί έτσι ήτανε πάντα τα τελευταία 10 χρόνια οι γειτονιές της Αθήνας. Γεμάτες μετανάστες. Κι άμα σου πω ότι όλοι τους ήτανε νόμιμοι, ειδικά εκείνους τους καιρούς, ξέρω ότι θά 'ναι ψέμματα.

Πώς μπορεί κάποιος να σηκώνει το δάχτυλο και να τους τοποθετεί όλους μαζί σε ένα τσουβάλι πάνω στην έδρα του κατηγορητηρίου, δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν το χωράει ο νους μου. Κι επειδή καταλαβαίνω ότι το να έχεις το προνόμιο του δημόσιου λόγου δε σημαίνει αναγκαία ότι έχεις και την πνευματική καθαρότητα αυτού, ειδικά από ένα ηλικιακό χρονικό σημείο και μετά, αυτό, και μόνο αυτό, είναι το ελαφρυντικό που έχω καταχωρήσει στο μυαλό μου για τον κύριο Σαββόπουλο. Αυτό το ίδιο, αποτελεί και το "κατηγορώ" για όσους χρησιμοποιήσουν αυτές του τις δηλώσεις για να προωθήσουν, να ξεγελάσουν, να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο προς χάριν κέρδους και τηλεθέασης. Και ξέρω ότι θα είναι πολλοί. Αλλά, όπως σου είπα και πιο πάνω, αυτοί όλοι ξέρω ήδη σε ποιά κατηγορία ανήκουν. Κι επομένως, δεν θα σχοληθώ μαζί τους ούτε στο παραμικρό. Είναι ανάξιοι οποιασδήποτε αναφοράς.

Σε αντίθεση με τον Διονύση τον οποίον αγαπούσα, αγαπώ, και θα συνεχίσω ν' αγαπώ.
Όχι όμως γι αυτό που είναι.
Μόνο γι αυτό που ήταν μια φορά κι έναν καιρό.
____________________

Updated (20/5/2011): Επιστολή Σαββόπουλου προς Ελευθεροτυπία

posted by mindstripper @ 5/18/2011 07:22:00 pm  | 21 Comments |  Links to this post | 

Sunday, May 15, 2011

Παράγων "προβλεψιμότητα"

Χτες ήταν μία μέρα περίεργα όμορφη και δύσκολη.

Πήγα στο σπίτι στο χωριό, εκεί που μεγάλωσα. Το λουκέτο στην πόρτα είχε σκουριάσει, τα αγριόχορτα και οι τσουκνίδες με ξεπερνούσαν στο ύψος και είχαν κατακλύσει την είδοσο και τα τσιμέντα, ξεπηδώντας ανάμεσα από χαραγματιές και σπασίματα. Λίγη ώρα αργότερα, κάποιος χωριανός την ώρα που μου έσφιγγε το χέρι, μου είπε "Να το ξέρεις, εδώ είναι ο τόπος σου". Η φράση του λειτούργησε ανάποδα απ' ότι ίσως θα περίμενε. Τον κοίταξα και του είπα "Δε με θυμάστε μου φαίνεται". "Πώς δε σε θυμάμαι, όλοι σε θυμόμαστε, να, ετούτος εδώ είναι ο αδερφός της Τούλας, είναι παλιός γείτονας, πίσω από το σπίτι." Χαμογέλασα. "Να έρχεσαι πιο συχνά", μου είπε. Χαμογέλασα ξανά, άλλη γεύση αυτό το χαμόγελο, πιο πικρή. "Να έρχομαι σε ποιόν;" τον ρώτησα και είδα την αμηχανία στα μάτια του.

Το μετάνιωσα την ίδια στιγμή. Αυτό που με πιάνει μερικές φορές όταν οι άνθρωποι γύρω μου είναι προβλέψιμοι για πράγματα που με πληγώνουν, είναι ένα είδος αδικαιολόγητης -μερικές φορές αμείλικτης- επιθετικότητας. Το ότι ο άλλος είναι προβλέψιμος σ' αυτό που θα πει, δε σημαίνει πάντα κι ότι είναι προβλέψιμος κι ο σκοπός με τον οποίον το λέει. Άλλαξα την κουβέντα, μου είπαν να με κερνούσαν ένα τσίπουρο, είχα δουλειές και δρόμο ακόμα μπροστά μου, είπαμε κανα-δυο αστεία κι έφυγα για τα χωράφια.

Λίγη ώρα πιο μετά, μεσημεριανή ώρα μέρας καλοκαιρινής, ξυπόλυτη με τη θέση τέρμα πίσω και τα πόδια έξω από το παράθυρο του οδηγού, στη μέση της πεδιάδας με τα βουνά να υψώνονται τριγύρω και τα βατράχια να περιφέρονται ανάμεσα στις καλαμιές, διαβάζοντας το MOJO και ακούγοντας τη μάνα μου να τα χώνει στον πατέρα μου επειδή -είχε δίκιο όταν του τό 'λεγε- τα χωράφια θέλανε όργωμα πριν από τη σπορά, μεταφέρθηκα καμμιά εικοσαριά χρόνια πίσω, κι αυτή τη φορά δεν είχε αλλάξει απολύτως τίποτα, αυτό το μέρος δεν το είχε αγγίξει ούτε ο χρόνος, ούτε ο θάνατος. Η μόνη φθίνουσα, μη προβλέψιμη παράμετρος εκεί, ήμουν εγώ.

Δεν ξέρω αν υπάρχει μεγαλύτερη κάθαρση από το να επιστρέφεις σε εκείνα που σε έχουν πονέσει στο παρελθόν. Μπορεί να είναι και η μοναδική ευκαιρία που έχεις, να καθήσεις μαζί με εκείνο το κομμάτι του εαυτού σου που ανέκαθεν το έβαζε στα πόδια, και ν' ανταλλάξεις δυο κουβέντες. Κι ένας τέτοιος διάλογος, μπορεί να είναι σωτήριος, μπορεί να είναι αποκαρδιωτικός, μπορεί να είναι και καταστροφικός. Δεν είναι όμως καθόλου, μα καθόλου προβλέψιμος.

posted by mindstripper @ 5/15/2011 02:14:00 pm  | 6 Comments |  Links to this post |