@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Wednesday, October 27, 2010

Εθνικό καφενείον "Ο Τσαμπουκάς"

Μου είναι δύσκολο να συγκεντρωθώ σήμερα. Όχι μόνο στη δουλειά. Σε ο,τιδήποτε.

Χθες η νύχτα μύριζε άνοιξη. Είχα ανοιχτή διάπλατα την μπαλκονόπορτα από νωρίς το απόγευμα που μπήκα σπίτι. Αραχτή μπροστά στον υπολογιστή, ξεδιάλεγα τραγούδια και κάποτε-πότε έριχνα κλεφτές ματιές έξω στην πόλη - ύστερα από τόσα χρόνια, εξακολουθώ να ευγνωμονώ τις συνιστώσες που συνεισφέραν στο να γεννηθώ σε τούτο τον τόπο. Μήνας Οκτώβρης, γαλάζιος ουρανός, ξυπολυσιά μέσα στο σπίτι, μπυρίτσα και τσιγάρο στο μπαλκόνι. Όταν δεν ξεχνάς το παρελθόν, δεν είναι καθόλου δύσκολο να απολαμβάνεις αυτά τα οποία κάποτε περιφρονούσες.

Οι στριγγλιές των φρένων έσκισαν την ηρεμία της βραδιάς εντελώς αιφνιδιαστικά γύρω στις 10 το βράδυ. Ένιωσα όλο μου το σώμα να μουδιάζει όταν ακολούθησε ο εκκωφαντικός κρότος ισχυρής σύγκρουσης. Όταν σ' αυτό προστέθηκε ο ακόμα πιο ισχυρός θόρυβος από τζαμαρίες που γκρεμίζονταν, σηκώθηκα και βγήκα στο μπαλκόνι. Οι γείτονές μου είχαν ήδη βγει έξω, κοίταζαν προς τα κάτω, ακολούθησα το βλέμμα τους, είδα κόσμο να έχει αρχίσει να μαζεύεται έξω από ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς, κάτω από το φροντιστήριο της γειτονιάς, ένα αυτοκίνητο να έχει πέσει κάθετα σε ένα παρκαρισμένο με τη μισή πρόσοψη στο μέρος του οδηγού να έχει γίνει σμπαράλια, κι ένα ανθρώπινο σώμα να είναι ξαπλωμένο πίσω απ΄αυτά, πάνω στο πεζοδρόμιο, έξω από το ζαχαροπλαστείο, σε μία στάση γυρισμένη στο πλευρό, όπως αυτή που παίρνουν τα παιδιά να κοιμηθούν. Ακίνητο, τόσο τρομακτικά ακίνητο. Έτρεξα να πάρω το 100, ο άνθρωπος στην άλλη άκρη της γραμμής με ρώτησε που έχει γίνει το ατύχημα, δε θυμόμουν να του πω το όνομα του κεντρικού δρόμου που διασχίζω 10 χρόνια, του είπα τον αριθμό του σπιτιού μου, του είπα ότι "βλέπω το παιδί από το μπαλκόνι μου, δεν κουνιέται, πρέπει να είναι σοβαρό", μου είπε θα ειδοποιήσει ασθενοφόρο, το κεφάλι μου είχε αρχίσει να με σφίγγει, όχι περισσότερο απ' όσο θα είχε αρχίσει να σφίγγει το παγωμένο χέρι του θανάτου την καρδούλα του παλικαριού που ήταν ξαπλωμένο εκεί κάτω στο πεζοδρόμιο, έξω από το ζαχαροπλαστείο, κάτω από το φροντιστήριο της γειτονιάς μου.

Το περιπολικό ήρθε σε δέκα λεπτά, το ασθενοφόρο ακολούθησε μετά από πέντε. Έβλεπα τον νοσοκόμο που έτρεχε μέσα στον κόσμο να πάρει το πρώτο παλικάρι που παραπατούσε, γύρισε τρέχοντας πίσω, πήραν τον ακίνητο έφηβο με το φορείο, έφυγαν, ο κόσμος έμεινε εκεί για την επόμενη ώρα, ακούγονταν φωνές και βρισιές, η νύχτα άλλαξε σύνθεση, η άνοιξη γύρισε το πρόσωπό της προς την άλλη μεριά. Ήρθε ο γερανός, μάζεψε τα απομεινάρια του αυτοκινήτου, ύστερα βγήκε ο ζαχαροπλάστης με τη γυναίκα του και άρχισαν να μαζεύουν τα σπασμένα γυαλιά, ρίξανε κουβάδες με νερά επάνω στο πεζοδρόμιο για να ξεπλύνουν το αίμα, ο δρόμος άδειασε, κάποια στιγμή πέρασε ένας μαλάκας που έτρεχε στα στενά και κάθε τόσο δοκίμαζε τα φρένα του, άρχισα να τον καταριέμαι, ύστερα το μετάνιωσα, αρκετός θάνατος τριγύρισε στα Κάτω Πατήσια για ένα βράδυ.

Σήμερα, ερχόμενη στη δουλειά, είδα το πρωί τη γυναίκα του ζαχαροπλάστη να μιλάει με μία κυρία. Την ξέρω κι από παλιά, αυτή και ο άντρας της πολύ καλοί άνθρωποι, εργάτες, μεροκαματιάρηδες, ρίξε μια ματιά εδώ να δεις για τί ανθρώπους σου μιλάω. Σταμάτησα το αυτοκίνητο, τη ρώτησα αν είναι καλά. Μου είπε "Εδώ έμεινα όλο το βράδυ, δεν έχω κοιμηθεί. Καλά είμαστε εμείς. Ο ένας χτες τη γλύτωσε, ο άλλος έχει πέσει σε κώμα." Ένιωσα πάλι αυτό το μούδιασμα. "Πώς έγινε;" τη ρώτησα για πρώτη φορά. "Ο οδηγός ήτανε μεθυσμένος κι έτρεχε. Ήρθε ανάποδα από τούτο το στενό και βγήκε χωρίς να κοιτάξει. Τους μάζεψε και τους πέταξε πάνω από τ' αυτοκίνητα στη τζαμαρία. Το παπί σφηνώθηκε κάτω από τα παρκαρισμένα" και μου έδειξε παραδίπλα. Απέφυγα να κοιτάξω. Μου είπε "Όταν τους χτύπησε το έβαλε στα πόδια, αλλά τον έπιασαν. Άμα μάθω τίποτα θα σου πω."

Όλη μέρα με κυνηγάει αυτή η εικόνα του παιδιού που ήτανε ντυμένο στα μαύρα, ξαπλωμένο στο πεζοδρόμιο, σαν να είχε πάρει μέσα στην αγκαλιά του το θάνατο και να περίμενε εκεί. Καθώς οδηγούσα προς τη δουλειά κι έβλεπα, όπως βλέπω κάθε μέρα, τον ηλίθιο Έλληνα οδηγό να παραβιάζει STOP, να κορνάρει στα φανάρια, να οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε βοηθητικές λωρίδες, να περνάει μπροστά μου στο κόκκινο και να πατάει επάνω στη διάβαση των πεζών για να φύγει πρώτος, το μυαλό μου είχε ανακατωθεί με χρώμα κόκκινο, σχεδόν είχα τη μυρωδιά του αίματος στα ρουθούνια μου.

Με έπιασε πάλι η απελπισία, άρχισα να χαμογελάω πικρά μόνη μου στο αυτοκίνητο την ώρα που εγώ είχα σταματήσει στο φανάρι κι ο από πίσω μου με μία απροειδοποίητη κίνηση βγήκε δεξιά μου και πέρασε κάθετα την Πατησίων με κόκκινο. Θυμήθηκα τη γειτόνισσά μου χτες, που έλεγε ότι "γι αυτό εγώ δεν έχω πάρει τιμόνι στα χέρια μου τόσα χρόνια, να, ο Παναγιώτης μου πήρε το αυτοκίνητο αλλά εγώ δεν το θέλω". Άρχισα πάλι να σκέφτομαι όλο το σύστημα δωροδοκίας, τα λαδώματα στους εξεταστές, τα ετοιμοπαράδοτα διπλώματα που πλέον με μία έξτρα χρέωση σου έρχονται στο σπίτι, τον τσαμπουκά του Έλληνα, ναι-ναι τον τσαμπουκά. Έχει τσαγανό ο Έλληνας φιλαράκι, έτσι βγαίνει στο δρόμο, σιγά μην του τη βγει ο διπλανός από τα δεξιά, σιγά μην αφήσει αυτή την κότα στη διπλανή λωρίδα που βγάζει φλας να του μπει μπροστά και κάνει πέντε λεπτά παραπάνω να πάει στο σπίτι του ή στη δουλειά του ή στον καφέ ή στα ψώνια του, σιγά μη δώσει προτεραιότητα στον πεζό στο φανάρι που αναβοσβήνει πορτοκαλί γι αυτόν, μα τι, μαλάκας είναι; Μαλάκας είναι ο Άγγλος είπαμε. Πρόβατο, βλάκας, πώς το λένε, ό,τι του λένε θα κάνει. Ίσα κι όμοια είμαι εγώ μ' αυτόν; Όχι ρε φίλε, αυτοί είναι ζώα, εγώ, ο Έλληνας είμαι καπάτσος. Είμαι καπάτσος γιατί ξέρω ότι η αστυνομία ας πούμε τώρα που είναι οι εκλογές δε θα βγει να κόψει κώλους όπως το δεκαπενταύγουστο ή τα Χριστούγεννα, δε θα τραβήξει ένα πρόστιμο σ' αυτόν που μπροστά της πάει και στέκεται πάνω στη διάβαση των πεζών - έλα μωρέ τώρα, σιγά την παράβαση. Βλέπω τα κοριτσάκια της Δημοτικής Αστυνομίας να κόβουν κλήσεις για παράνομο παρκάρισμα στο Κολωνάκι τα καλοκαίρια και εξοργίζομαι. Ακούω για πρόστιμα κατά του τσιγάρου και βάζω τα γέλια. Γιατί όλα αυτά είναι αλληλένδετα. Δεν είναι το θέμα εαν το μέτρο κατά του τσιγάρου είναι σωστό ή όχι. Το θέμα είναι το εξής. Ζητάς από τον πληθυσμό μίας χώρας να υπακούσει σε ένα νομοθετικό μέτρο. Εσύ που το ζητάς τί έχεις κάνει γι αυτό; Γιατί ο Άγγλος ας πούμε, ξέρεις τί έκανε; Ξέρεις πόσα πρόστιμα άρχισε να κόβει για ψύλλου πήδημα και πόσα χρόνια πιο πριν ξεκίνησε να το κάνει αυτό; Ξέρεις ότι η εθνική νοοτροπία δεν είναι γονίδιο φιλαράκι, ότι είναι πηλός που πλάθεις με το πέρασμα των χρόνων; Περιμένεις ο Έλληνας να κόψει το τσιγάρο στους δημόσιους χώρους; Γιατί, για ποιό λόγο; Τί έχει να φοβηθεί; Μήπως θα του σπάσεις κανένα τσαμπουκά όπως έχεις κάνει με τον τρόπο που συνεχίζεις να του επιτρέπεις να οδηγεί σε τούτη τη χώρα; Και να εκπαιδεύει; Και να υπηρετεί την υγεία και τα κοινά;

Καμμία φορά φτάνω τις σκέψεις μου στον πάτο του βαρελιού και σκέφτομαι ότι απ' όποια πτυχή κι αν το δεις, όσον αφορά τη σχέση του Έλληνα με οποιαδήποτε μορφή εξουσίας είναι σα να λέμε πως τό 'να χέρι σκίζει τ' άλλο και τα δυό το πρόσωπο.

Ας γίνει το καλό να ζήσει το παλικάρι τουλάχιστον.

posted by mindstripper @ 10/27/2010 03:01:00 pm  | 6 Comments |  Links to this post | 

Friday, October 15, 2010

Επειδή την διαφορετικότητα την πληρώνεις με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο

posted by mindstripper @ 10/15/2010 11:05:00 am  | 0 Comments |  Links to this post |