@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Saturday, September 21, 2013

Ανοιχτή επιστολή / το μαχαίρι μου το λένε Χρυσή Αυγή

Προσπαθώ να αισθανθώ το μίσος που αισθάνεσαι Χρυσαυγίτη, απέναντι στον ξένο, που έχει έρθει στη χώρα σου και σου παίρνει τις δουλειές μέσα από τα χέρια, που του πληρώνεις το φαϊ και το νερό όταν κλέβει τη γιαγιούλα μπρστά στο σταθμό ηλεκτρικού των Κάτω Πατησίων και μπαίνει στη φυλάκα, όταν σκοτώνει για μία βιντεοκάμερα τον μέλλοντα πατέρα και άντρα της εγκύου την ώρα που έχουν σπάσει τα νερά της και τρέχει στο μαιευτήριο ήδη χήρα. Προσπαθώ να φανταστώ τη δίψα για αίμα, το θόλωμα του είναι σου, όταν βλέπεις έναν Πακιστανό να πουλάει ρολόγια και φουλάρια στην Βικτωρίας. Σε βλέπω μπροστά μου, να κάθεσαι με τη γυναίκα και το παιδί σου και να κουβεντιάζεις με τα φιλαράκια σου στο τραπέζι του σαλονιού σου για το πώς έχουνε καταντήσει έτσι τα Ελληνικά σχολεία - "τίγκα στα Αλβανάκια, γεμάτα βρώμα και αρρώστειες." Όχι, λάθος, σόρι σόρι τα μπέρδεψα, αυτή ήταν η γυναίκα του ξαδέρφου μου. Επανέρχομαι σε σένα Χρυσαυγίτη, που φτιάχνεις το σπίτι σου με αγάπη και όνειρα και πίστη στην πατρίδα, το γεμίζεις με Ελληνικές σημαίες, προτομές και μαιάνδρους, και το κρατάς καθαρό και νοικοκυρεμένο με την Μπίσερκα τη Βουλγάρα που έρχεται κάθε απόγευμα να σου συγυρίσει. Αλλά πάλι τα μπέρδεψα ρε φίλε, αυτός ήταν ο Θοδωρής, ο παλιός μου ο συνάδελφος. Ή ήτανε η Βίβιαν που δε γουστάρει να νοικιάζει τα διαμερίσματά της σε ξένους, αλλά τα χωράφια της τα οργώνουν κάτι Ρωσοπόντιοι; Δε θυμάμαι ρε γαμώτο, θα βγω εντελώς εκτός θέματος έτσι όπως πάω.

Χθες και προχθές είχα μεγάλο μίσος μέσα μου για σένα ρε Χρυσαυγίτη. Να στο πω κι αλλιώς. Σκέψου ότι δεν έχω το θάρρος να δω μία ταινία όπως το Alien, επειδή δεν αντέχω τη βία. Κλαίγομαι σα γκομενάκι μαλακισμένο που χαϊδεύεται με τις φοβίες του κάθε φορά. Όμως το δικό σου το κεφάλι, θα το έβλεπα με μεγάλη μου ευχαρίστηση να συνθλίβεται στην άσφαλτο, με τα μυαλά να χύνονται στο πεζοδρόμιο και τη μάπα σου να μεταμορφώνεται σε μία μάζα πιο άχρηστη και συχαμερή κι από αυτήν του εγκεφάλου σου. Λογω τιμής, σου ορκίζομαι στη σημαία του Κολοκοτρώνη. Σου μιλάω για μίσος, όχι αστεία. Ξέρεις, σαν κι αυτό που σ' έκανε να σφάξεις τον Παύλο τον Φύσσα ρε, αυτό το κωλοπαίδι που σ' έγραφε στα παπάρια του και σ' έκραζε σε Κερατσίνι και Νίκαια που πουλάς το νταβατζιλίκι σου τα βράδυα, και στα σαλόνια της Βουλής που αράζεις και πίνεις το καφεδάκι σου τα μεσημέρια. Έλληνας ήταν αυτός; Αυτός ήταν χειρότερος κι από Ρουμάνο ρε φίλε... Σε καταλαβαίνω.

Σε καταλαβαίνω γιατί δεν πάω να ψηφίσω κάθε φορά. Είμαι αντιρησίας συνείδησης. Σε καταλαβαίνω γιατί το παιδί μου θα το στείλω σε ιδιωτικό σχολείο, μακρυά από τη βρώμα και τη δυσωδία των ξένων που μολύνουν το χώμα που πατάω. Σε καταλαβαίνω γιατί όταν θα βγω για καφέ και θα δω την παρέα σου να κάθεται στο διπλανό τραπέζι, δε θα σε κοιτάξω μέσα στα μάτια, θα κάνω ότι δε σε είδα, θα πληρώσω τον καφέ μου και θα φύγω σαν κυρία, να πάω σπίτι μου και να δω το δελτίο ειδήσεων που θα δείχνει το Βενιζέλο και το Σαμαρά να κράζουν την ιδεολογία και τις πεποιθήσεις σου. Σε καταλαβαίνω γιατί όταν έρχεται εκείνη η στιγμή, εγώ γυρίζω το κεφάλι από την άλλη, όταν ακούω τον φίλο και συγγενή μου να βάλλεται κατά εσού αλλά υπέρ της πολυφωνίας στη Βουλή, δεν ανοίγω την τρύπα που μου έδωσε η φύση για στόμα να μιλήσω, να πάρω θέση, να ξεκαθαρίσω την ταυτότητά μου. Σε καταλαβαίνω γιατί δε με λένε Παύλο Φύσσα, να τιμάω τους γονείς, τη γειτονιά και τους φίλους που με γαλούχησαν ρε μαλάκα. Σε καταλαβαίνω.

Δεν μισώ εσένα πια γιατί δε φταις εσύ, ποτέ δεν έφταιγες. Φταίω εγώ, φταίει η μάνα μου, φταίει ο πατέρας μου, φταίει ο διπλανός μου. Κι επειδή φταίμε, αξίζουμε και να πληρώσουμε. Αξίζουμε όλα όσα έχουν έρθει κι όσα είναι να έρθουν. Αξίζουμε τον φόβο που μεγαλώνει κάθε μέρα μέσα μας, αξίζουμε και τη λεηλάτηση της εθνικής μας ταυτότητας, αν και αυτή την έχουμε ξεπουλήσει πολύ καιρό πριν, τώρα είναι η δική μας η σειρά να ξεπουληθούμε, ο καθένας μόνος του, ένας-ένας, ξεχωριστά - αξίζουμε να μας σφάξεις και τα δικά μας τα παιδιά.

Σήμερα μισώ εμένα ρε σύχαμα του κόσμου Χρυσαυγίτη. Γιατί εγώ είμαι η αιτία που σκότωσες τον Παύλο Φύσσα. Αν νομίζεις ότι αυτό είναι δικό σου κατόρθωμα και το κοκορεύεσαι, είσαι πιο νωθρός κι από γελάδι. Είσαι ένα φυτό, ένα εμετικό δικό μου κατασκεύασμα, εσύ και το μαχαίρι σου, εγώ στο έβαλα στο χέρι, δικό μου ήτανε αυτό το μαχαίρι.

Κι η μέρα που θα τελειώσεις, είναι εκείνη η γαμημένη μέρα που θα το καταλάβω και θα το στρέψω στον εαυτό μου.

posted by mindstripper @ 9/21/2013 01:06:00 am  | 12 Comments |  Links to this post | 

Thursday, December 06, 2012

Epilogue

9:30 το πρωί. Κλείνω το μαγαζί για 3 λεπτά και πετάγομαι να πάρω μία τυρόπιτα από το φούρνο και καπνό από το περίπτερο. Ανάβω και το καλοριφέρ, γέμισα τον καυστήρα από πέρσι ευτυχώς, θα κάψω αυτό και ύστερα θα δω πώς θα τα βγάλω πέρα για φέτος.

Η ζωή εδώ είναι εύκολη, η προσαρμογή ομαλή. Είμαι κι εγώ άνθρωπος ανήσυχος, το παραδέχομαι πια, κάποτε μου κακοφαινόταν όταν μου το έλεγαν κάποιοι. Κοιτάζω γύρω μου, βλέπω πόσα πράγματα κατάφερα να φτιάξω σε έναν χρόνο, και είμαι ικανοποιημένη από τον εαυτό μου. Όχι από αυτά που είναι να γίνουν ακόμα και που δεν τελειώνουν ποτέ, αλλά από τον εαυτό μου. Όταν ένας άνθρωπος έχει φάει σκατά με το κουτάλι, δε φοβάται τις μικρές λακούβες, ούτε τις μεγάλες ανηφόρες, ούτε τα δυσπρόσιτα βουνά. Φοβάται μόνο το γκρεμό.

Ξέρεις, αυτό που λένε ότι δεν εκτιμάς κάτι παρά μόνο αν το χάσεις, το εφαρμόζω από μικρή ηλικία. Έτσι πίστευα μέχρι και πολύ πρόσφατα. Ένα καινούργιο όμως που έχω ανακαλύψει τώρα, καθώς έχω ίσως περάσει ηλικιακά τα μισά της ζωής που μου έχει δοθεί, είναι να ξεδιαλέγω τους λόγους που θα πονέσω όταν χάσω κάτι που πρότερα ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Πρόσφατα, πικράθηκα πολύ από φίλη αδερφική. Πικράθηκα πολύ από μία συμπεριφορά που είχε συνέχεια για πολλούς μήνες για έναν ασήμαντο λόγο, ουσιαστικά λόγω εγωισμού και μόνο, μέχρι που στο τέλος έμαθα ότι είχε έρθει και στη γειτονιά μου χωρίς να μου χτυπήσει την πόρτα να μου πει ένα γεια. Φίλη αδερφική. Στεναχωρέθηκα πάρα πολύ, το έφερνα ξανά και ξανά στο μυαλό μου, δεν μπορούσα να το καταπιώ. Πέρασε όμως ο χρόνος, και ήρθε η λογική να βάλει στη θέση τους τα διάσπαρτα κομμάτια. Φίλος είναι αυτός που μοιράζεσαι μαζί του πιο πολύ από τα μεγάλα, τα μικρά, τα απειροελάχιστά, τα καθημερινά και τα τετριμένα. Όταν αυτό πάψει να υφίσταται, τότε η σχέση δεν ονομάζεται φιλία, δεν ξέρω πώς ονομάζεται και δεν με νοιάζει να της βρω και κάποιον χαρακτηρισμό αυτή τη στιγμή. Είναι το γυαλί που έχει ραγίσει. Και καθώς μεγαλώνω, όλο και αδιαφορώ να προσπαθώ να κολλήσω τα σπασμένα του καθενός. Ήρεμα και συνειδητοποιημένα. Χωρίς κακία ή εκδικητικότητα. Μόνο με θλίψη αρκετή για συντροφιά.

Εδώ που ήρθα, ήμουν πολύ τυχερή στο να βρω μέσα σε πολύ λίγο χρόνο τις οδούς και τα μέσα να κάνω όλα αυτά που αγαπάω και που έκανα και στην Αθήνα. Βρήκα και επαγγελματίες με τους οποίους ξεκίνησα πάρε-δώσε και που φίλους δεν τους λέω, αλλά που έχουν βοηθήσει και βοηθούν όταν τους το ζητάω, χωρίς αντάλλαγμα τις περισσότερες φορές. Kαι ναι μεν δεν τους βλέπω συχνά, αλλά όταν τους βλέπω ένα κομμάτι μέσα μου χαμογελάει, ένας καφές είναι κερασμένος, και η μέρα γεμίζει με ήλιο ακόμα κι αν έξω ρίχνει χαλάζι. Βρήκα και ορισμένους ανθρώπους που δουλεύουν σε δημόσιες υπηρεσίες που με βοήθησαν κι εκείνοι με τη γραφειοκρατία, με μάτια ευγενικά και φωνή όχι σκληρή και άκαμπτη, κατάφερα να βάλω ρολόγια νερού στο πατρικό της μάνας μου, έφτιαξα και το μαγαζί. Έφτιαξα και το σπίτι, η εξώπορτα δεν έκλεινε όταν ήρθα, τα θυροτηλέφωνα δε λειτουργούσαν, έμπαινες στην αυλή και έπρεπε να προσέχεις μη σου βγει το μάτι από τα κλαδιά που είχαν σκορπίσει προς όλες τις κατευθύνσεις.

Έτσι πέρασε ένας χρόνος, με τον πατέρα στο τηλέφωνο να με καθοδηγεί για τις κακοτοπιές και τη χαρτούρα, και να ανησυχεί γιατί "όλα αυτά τα πράγματα είναι πολλά για μία γυναίκα μόνη της". Μιλώντας βρίσκαμε λύσεις, με ρώταγε πάντα αν είχα λεφτά να πληρώσω το ΤΕΒΕ και τα χαράτσια, του έλεγα ότι έχω και τα τυχερά από το dj-λίκι που με βοηθάνε να τα βγάλω πέρα, μου έλεγε "πόσες δουλειές θα κάνεις παιδάκι μου", του έλεγα "δεν είναι έτσι πατέρα, αυτά που κάνω τα κάνω γιατί τ' αγαπάω και τα ευχαριστιέμαι". Ύστερα το γυρνούσαμε στη φιλοσοφία και του εξηγούσα ότι στόχος μου σ' αυτή τη ζωή είναι όταν έρθει η ώρα να φύγω, να φύγω με όσα λιγότερα απωθημένα γίνεται.

"Ναι, αλλά κουράζεσαι."
"Και στην Αθήνα κουραζόμουνα ρε μπαμπά. Κι εκεί δούλευα για του ενός και του άλλου τα εξοχικά. Τουλάχιστον εδώ, παίρνω το μεροκάματο και πάω και το τρώω σουβλάκια και μπύρες στην υγειά μου, πληρώνω τη βενζίνη μου για να πάω βόλτα με το σκυλί μου στο βουνό, πίνω και έναν καφέ στη θάλασσα κι άμα αργήσω 20 λεπτά να ανοίξω το μαγαζί δεν λογοδοτώ σε κανέναν."

Ο πατέρας έκανε μία παύση κι έλεγε "Δίκιο έχεις κορίτσι μου."

Ο πατέρας μου ήτανε πάντα το στήριγμά μου στα παράλογα του κόσμου και της ίδιας μου της οικογένειας. Ήταν εκείνος που στο τέλος της ημέρας θα με έπαιρνε τηλέφωνο κι αφού μου διηγούταν πώς πέρασε την ημέρα του, ύστερα θα ρωτούσε πως είχα περάσει εγώ τη δική μου. Καμμιά φορά θα με έπαιρνε τηλέφωνο έτσι, για να ρίξουμε και κανένα καλαμπούρι.

"Τί έγινε ρε κόρη;"
"Καλά ρε μπαμπά, εσείς τί κάνετε;"
"Τί να κάνουμε. Σήμερα έκλεισα 45 χρόνια γάμου με τη μάνα σου."
"Περαστικά πατέρα."
"Ευχαριστώ παιδί μου."

Τον πατέρα μου τον έχασα ξημερώματα τριακοστής πρώτης Οκτωβρίου. Και τον μεγάλο λόγο που έχω πει, ότι ήμουν πάντα γνώστης αυτού που είχα στα χέρια μου για όσο καιρό το είχα, τον παίρνω πίσω κάθε μέρα. Ήταν μία σάπια πατάτα, ήτανε πεταμένες λέξεις μέσα στο μυαλό μου. Στεναχωριόμουν για φίλους που περνούσαν από τη γειτονιά μου και δεν μου έλεγαν μία καλημέρα, σκόνταφτα στις λακουβίτσες και αγκομαχούσα στις ανηφόρες. Και ξαφνικά ξημέρωσε η μέρα που έπεσα στο γκρεμό.

Η μάνα μου πάντα έλεγε πώς δεν υπάρχουνε φίλοι. Όταν ήμουν μικρότερη, λογομαχούσαμε πολύ συχνά γι αυτό. Καθώς μεγάλωνα, είχα αρχίσει υποσυνείδητα να αναθεωρώ. Τώρα όμως ξέρω ότι εκείνη είχε λάθος κι εγώ δίκιο.

Γιατί ο πατέρας μου ήτανε στ' αλήθεια ο καλύτερός μου φίλος από τότε που μπορώ να θυμηθώ τί χρώμα έχει ο ουρανός.

posted by mindstripper @ 12/06/2012 06:41:00 pm Links to this post | 

Saturday, November 19, 2011

Ανέστης

Ήτανε μέρα ηλιόλουστη. 4 Οκτώβρη. Κάποια δουλειά ακυρώθηκε και με την ελευθερία προγραμματισμού που μου παρέχει η εδώ ζωή σε σχέση με την Αθήνα, μπήκα στο αυτοκίνητο και αντί να πάρω το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι πήρα τον αντίθετο, προς τα πάνω. Προς τα βουνά. 5 λεπτά οδήγηση για να βγεις στο δάσος. Πες ότι βγήκες να πάρεις τσιγάρα.

Ανεβαίνοντας στα μέρη που κάποτε πιτσιρίκια οι καθηγητές στο Γυμνάσιο μας πήγαιναν εκδρομή, είδα στο τέλος του ασφαλτοστρωμένου δρόμου να ξανοίγεται μεγάλος χωματόδρομος. "Μπα", σκέφτηκα, "τούτο είναι καινούργιο". Κατέβασα ταχύτητα, μπήκα μέσα, συνέχισα να οδηγώ σαν τη χελώνα. Το βουνό στ' αριστερά μου. Δεξιά μου η πόλη, πιο πέρα ο κάμπος, ακόμα πιο πέρα το μπλε της θάλασσας. Σε μερικά σημεία ο δρόμος είχε μεγάλες προεξοχές κι έτσι πήρα την απόφαση να σταματήσω σε μία απ' αυτές, να κάτσω λίγο να λιαστώ και να χαζέψω τη θέα. Από κει πάνω φαινότανε και το γήπεδο και άκουγα τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν ποδόσφαιρο ν' ανηφορίζουν το βουνό σαν να ήταν όλοι δίπλα μου. Χαμόγελο. Μνήμες. Και ζέστη από τον ήλιο στο πρόσωπό μου. Στιγμές φάρμακο.

Ξαφνικά άκουσα κλάμα ζώου. Τρόμαξα, κοίταξα γύρω μου ερευνητικά. Πίσω μου καμμιά δεκαριά μέτρα δρόμος, ακόμα πιο πίσω ψηλά βράχια κι από πάνω το δάσος. Ένα αγροτικό κατέβαινε το δρόμο, το πρώτο αυτοκίνητο που έβλεπα εδώ και πολύ ώρα μπροστά μου. Ο οδηγός με κοίταξε περίεργα. Δεν έδωσα σημασία καθώς άκουσα το κλάμα να αντηχεί ακόμα πιο δυνατό. "Παναγιά μου, πάτησα κάποια γάτα", η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό. Γονάτισα επί τόπου, άρχισα να γυροφέρνω το αυτοκίνητο, πήγα πρώτα από το πλάι, ύστερα από την πίσω μεριά, το αγροτικό είχε προσπεράσει και επικρατούσε πλέον ησυχία μα εγώ δεν έβλεπα τίποτα. Κάπως ησύχασα. "Όχι, δεν πάτησα τίποτα". Σηκώθηκα, τίναξα το παντελόνι μου από τα χώματα. Ευθύς αμέσως άκουσα ξανά το ουρλιαχτό ακόμα πιο δυνατό αλλά αυτή τη φορά κατάλαβα ότι δεν ακουγόταν από δίπλα μου, αλλά προερχόταν από πίσω μου, πέρα από το δρόμο, πάνω στο βουνό.

Γύρισα και κοίταξα ψηλά, είδα μία μαύρη βούλα να χοροπηδάει μέσα στα ξερόχορτα και τις στοίβες από τα ξερά κλαδιά, εκεί πάνω στην αρχή του δάσους. Έτρεχε από τη μία μεριά στην άλλη στην ακριά των βράχων, έκλαιγε με όλη του τη δύναμη και σαν με πήρε χαμπάρι ότι είχα στρέψει την προσοχή μου πάνω του σταμάτησε και σήκωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό, ουρλιάζοντας σα δαιμονισμένο. Ήταν ένα τόσο δα μικρό σκυλάκι. Τά 'χασα, δεν ήξερα τί να κάνω.

Πέρασα απέναντι, πήγα κάτω από τους βράχους, άρχισα να ψάχνω πέρασμα να σκαρφαλώσω πάνω. Το ζωντανό έκλαιγε ασταμάτητα κι έκανε γύρους πάνω από το κεφάλι μου. "Σταμάτα ντε, έρχομαι." Τα βράχια ήτανε ψηλά, πάνω από 3-4 μέτρα. Κάπου άρχισα να το προσπαθώ, ύστερα πισωπάτησα. "Θα γκρεμοτσακιστείς μωρή με τις μαγκιές σου, σκέψου άλλον τρόπο, δεν πήγε το ζωντανό εκεί πάνω μόνο του, πρέπει να υπάρχει πρόσβαση κι από άλλη μεριά." Θυμήθηκα πως ανεβαίνοντας είχα δει μία ανηφόρα στ' αριστερά μου κι αυτή χωμάτινη. Μπήκα στ' αυτοκίνητο, το ζώο έκλαιγε και ούρλιαζε μαζί, του φώναξα δυνατά "Περίμενε, έρχομαι, σταμάτα να φωνάζεις." Λες και θα με καταλάβαινε. Έβαλα μπρος κι έφυγα.

Ανέβηκα λοιπόν στην πίσω μεριά, βρήκα ένα ξέφωτο, με δρομάκια να ξεκινάνε προς όλες τις μεριές, δρομάκια που αυτοκίνητο δεν έβαζες μέσα εκτός κι αν ήθελες την επόμενη μέρα να το πας για απόσυρση. Προσανατολίστηκα νοητά, μπήκα μέσα στο δάσος, στ' αριστερά μου είδα καμμιά εικοσαριά μελίσσια στη σειρά, σαν τη χαζή έσκυψα το κεφάλι προς τα κάτω και απέφυγα την οπτική επαφή, συνέχισα την πορεία μου με γοργό βήμα εκεί που υπέθετα ότι θα έβρισκα το ζωντανό, στο τέλος του δάσους. Άρχισα να σφυρίζω και να το καλώ κοντά μου, περίμενα ν' ακούσω κάποιο κλάμα ξανά ώστε να ξέρω ότι πήγαινα προς τη σωστή κατεύθυνση. Τίποτα. Εκεί που σκεφτόμουν ότι χάθηκα, διέκρινα μέσα στο φώς που ερχόταν από την άκρη του δάσους τις στοίβες με τα ξερά κλαδιά. Ήμουν στο σωστό δρόμο αλλά δεν άκουγα καμμία απάντηση στις φωνές μου. Περίεργο.

Είχα φτάσει σχεδόν στην άκρη όταν είδα ένα μικροσκοπικό κουτάβι να κατευθύνεται με γοργά βήματα προς τα πάνω μου με τα αυτιά κατεβασμένα και τα μάτια του να κοιτάνε απ' ευθείας μέσα στα δικά μου. Έσκυψα, το μάζεψα και το φάσκιωσα σε ένα αδιάβροχο που είχα πάρει μαζί μου. Το πήρα αγκαλιά, μαζεύτηκε κουλούρι, άρχισε να μουγκρίζει από ευχαρίστηση, δεν γάβγισε, δεν έκλαψε, δεν έκανε κιχ, μόνο μούγκριζε όλη την ώρα, η κοιλίτσα του πρησμένη τούμπανο κι αυτό μια σταλιά πλασματάκι που αφέθηκε σε ένα ζευγάρι άγνωστα ανθρώπινα χέρια να το περιμαζέψουν από τη μέση του πουθενά.

Στο αυτοκίνητο δεν έβγαλε τσιμουδιά. Έφτασα στο σπίτι, τον πήρα στα χέρια, τον πήγα στην κτηνίατρο που είναι δύο τετράγωνα πιο δίπλα. "Το έχουν παρατημένο, του έχουν κόψει και τα μουστάκια για να μη βρει το δρόμο πίσω, κοίταξε..." μου είπε η κοπέλα και μου έδειξε τη μουσούδα του. "Είναι δεν είναι ενός μηνών. Η κοιλίτσα του είναι πρησμένη απο ασιτία", συμπλήρωσε. Μου έδωσε τροφή, κάτι αντιπαρασιτικά, άρχισα να σκέφτομαι ότι εδώ έπρεπε πλέον να πάρω απόφαση. Αυτό που ξέρω τώρα, καθώς φέρνω όλ' αυτά πάλι στο νου μου, είναι ότι την απόφαση την είχα ήδη πάρει τη στιγμή που το είδα να με πλησιάζει τρέχοντας βουβό προς το μέρος μου μέσα στο δάσος, με τα ματάκια του να με κοιτούν κατάματα. Θα το κρατούσα. Κι έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή μου και μετά από τόσα χρόνια που απέφευγα να πάρω έναν σκύλο, λόγω ακαταστασίας ωραρίου και ελλείψεως εξωτερικών χώρων, την πάτησα μεγαλοπρεπέστατα. Είναι αυτό που παθαίνεις μερικές φορές, που όσο περισσότερο αποφεύγεις κάτι στη ζωή σου παρ' ότι το αγαπάς, αυτό τελικά έρχεται και σε βρίσκει από μόνο του.

Ο Ανέστης κοντεύει τριών μηνών και θεριεύει μέρα με τη μέρα. Είναι τώρα εδώ δίπλα μου και ροχαλίζει κανονικότατα. Όταν τον παίρνω αγκαλιά και τον χαϊδεύω εξακολουθεί να μουγκρίζει. Του αρέσει να κάθεται μπροστά στη θερμάστρα, να κολάει τη μύτη του μερικές φορές πάνω, να ψιλο-καίγεται και να κλαίει χαμηλόφωνα. Του αρέσουν και οι βόλτες με το αυτοκίνητο. Συνήθως πάμε τις βόλτες μας στο βουνό παρέα και μετά κάθεται στη θέση του συνοδηγού και ρίχνει ξεγυρισμένους ύπνους μέχρι να τελειώσω τα ψώνια μου από το σουπερ μάρκετ. Αγαπάει πολύ τους ανθρώπους και φοβάται να κατεβαίνει τα σκαλιά. Πολλές φορές, κάθεται στα δύο μέτρα μακρυά μου, εκεί που πλένω τα πιάτα στην κουζίνα και με κοιτάει με τις αυτάρες του ψηλά μέχρι να τελειώσω και να επιστρέψουμε αυτός στο μαξιλάρι του κι εγώ στον υπολογιστή παραδίπλα.

Κι όπως μου είπε κάποιος φίλος, τελικά δεν ξέρουμε και -συμπληρώνω κι εγώ- δεν θα μάθουμε ποτέ, ποιός από τους δυο μας ήταν ο πιο τυχερός εκείνη την ημέρα που τον βρήκα στο δάσος: εκείνος ή εγώ.

posted by mindstripper @ 11/19/2011 01:13:00 pm  | 17 Comments |  Links to this post | 

Monday, September 19, 2011

Νεοπορευθέν

Σε ένα νέο σπίτι λοιπόν, μετά από 12 χρόνια, σε παλιά γειτονιά, που τίποτα πια δε θυμίζει την παλιά της χάρη. Τα σπιτάκια με τις αυλές έχουν γίνει 6ώροφα - σήμερα μέτρησα 7 ορόφους σε μία πολυκατοικία λίγο πιο πάνω από το στενάκι που μένω. Μου λείπουν πολλά, πιο πολύ απ' όλα μου λείπει το σπίτι μου στα Κάτω Πατήσια. Εκείνη η θέα που έβαζε κάτω τα φάρμακα δέκα και είκοσι γιατρών μαζί. Μου λείπουνε κι οι μουσικές, αν και τις τελευταίες μέρες έκανα ένα ντου στο διαδίκτυο και κατέβασα "πολύ φρέσκο πράμα" όπως λέγαμε με το Θάνο λίγο πριν από κάθε εκμπομπή που κάναμε παρέα. Μου λείπει και το δικό μου το δίωρο - η ώρα της αποτοξίνωσης, πάντα το έλεγα ότι λειτουργώ αυτιστικά όσον αφορά τη μουσική. Πιο πολύ με ένοιαζε τί θα ακούσω εγώ στην εκπομπή μου παρά το τί θα ακούσουν οι άλλοι. Κάπως έτσι το βλέπω και στη ζωή. Η δική μου η γνώμη μετράει περισσότερο από των άλλων κι ο μόνος που ξέρει πόσο μεγάλη σημασία έχει το κάθε τι, είναι ο ίδιος μου ο εαυτός.

Οι δουλειές πολλές, οι υποχρεώσεις και οι εκκρεμότητες άλλες τόσες. Κάθε μέρα υπάρχει μία λίστα που πρέπει να διεκπεραιώσω. Και καθώς η λίστα αρχίζει να συρρικνώνεται, σκέφτομαι το ζόρι που είχα να φάω εαν επιχειρούσα ένα τέτοιο τόλμημα στην Αθήνα. Τα νεύρα μου θα ήταν σε οικτρή κατάσταση, η αναμονή θα ήταν πολύ μεγαλύτερη, η ταλαιπωρία σαφώς χειρότερη. Κι άμα το σκέφτομαι αυτό, με τον ίδιο τρόπο που βλέπω εδώ να σταματούν τα μηχανάκια δίπλα από τα αυτοκίνητα στο δρόμο και να χαιρετιούνται φωναχτά μέσα στην κίνηση, χαμογελώ ασυναίσθητα. Παρ' ότι και αυτή η αρχή ήταν κάπως δύσκολη ψυχολογικά, παρ' ότι δεν μπορώ καν να αρχίσω να περιγράφω όλα τα στραβά που μου συνέβησαν αυτούς τους περασμένους δύο μήνες, είναι αυτή η ζεστή αίσθηση στο πάνω μέρος της κοιλιάς όταν οδηγώ το αυτοκίνητο ανάμεσα σε χωράφια και αγναντεύοντας τα βουνά στο βάθος του ορίζοντα, που μου υποδεικνύει ότι έχω πάρει τη σωστή απόφαση.

Φύτεψα τρία-τέσσερα λουλούδια στο χώμα μετά από πάρα πολλή σκέψη. Η βουκαμβίλια μου είχε δέκα χρόνια μέσα στη γλάστρα. Κι άμα της στραβοκαθόταν η αλλαγή, ύστερα ποιός θα με παρηγορούσε εμένα; Βρήκα ένα καλό σημείο, απάγγειο, τα καλοκαίρια περνάει και μια σταλιά ήλιος, θα της τραβήξω και σκοινιά προς την κορφή, θα τη βοηθήσω όπως μπορώ. Κι αν είμαστε καλά, μετά από άλλα δέκα χρόνια ίσως κάποιο πιτσιρίκι να τη χαζεύει από την ταράτσα καμμιάς διπλανής πολυκατοικίας, όπως εκείνη τη βουκαμβίλια του γείτονα που κοίταζα αφ' υψηλού στα Κάτω Πατήσια όλα τα χρόνια μου εκεί.

Η ζωή στην επαρχία είναι ακριβώς όπως τη θυμόμουν. Πιο ήσυχη, λίγο πιο ανέμελη και σαφώς πιο αποστασιοποιημένη από τους αγχωτικούς ρυθμούς της πόλης. Είναι και κείνη η ώρα που πάντα μου άρεσε σε τούτη τη γειτονιά, που το φως γλυκαίνει κι ο αέρας καμμιά φορά μυρίζει θάλασσα. "Μα δεν έχει θάλασσα ρε στη Λαμία", είπε ο το φιλαράκι μου που ήρθε να μείνει τρεις-τέσσερις μέρες εδώ για ηθική υποστήριξη. Το ίδιο βράδυ μετά από ένα εικοσάλεπτο οδήγησης ανάμεσα σε αγρούς, τρώγαμε τα μύδια σαγανάκι μπροστά στο κύμα. "Πόσες φορές θα στο πω ρε χαμένε. Δεν ήρθα εδώ για την πόλη, αλλά για όλα αυτά που έχει γύρω της".

Ακούω και τον κόσμο να πιάνει όλες τις γνωστές συζητήσεις, για το τί θα κάνουμε, πού θα πάμε, πώς καταντήσαμε έτσι, πόσο δύσκολος θα είναι ο χειμώνας που έρχεται. Και δε θέλω να συμμετάσχω στην κουβέντα, γιατί όλα είναι ένας φαύλος κύκλος κι έχω κουραστεί όλοι εμείς οι μικροί άνθρωποι να αναθεματίζουμε αυτή την καταραμένη ελίτ που υποτίθεται ότι έχει θάψει αυτή τη χώρα.

Στη γειτονιά μου που είναι στο κέντρο της πόλης, ο ΟΤΕ ισχυρίστηκε ότι δεν έχει να περάσει νέες γραμμές. Την αίτηση δεν την έκανα βέβαια στον ΟΤΕ, αλλά σε μία άλλη εταιρία τηλεφωνίας, που προσέφερε αρκετά πιο χαμηλό μηνιαίο πάγιο. Από την άλλη πλευρά, αν όντως έκανα την αίτηση στον ΟΤΕ, όπως μου εκμυστηρεύτηκε χαμηλόφωνα κάποια στιγμή ένας τεχνικός εκεί, όλο και κάποια διακλάδωση θα μπορούσε να γίνει για να πάρω γραμμή, καθώς οι τεχνικοί του ΟΤΕ έχουν τη δικαιοδοσία να κάνουν κάτι τέτοιο. Οι φίλοι εδώ, αρκετοί απο αυτούς λόγω δικών τους παρόμοιων εμπειριών, μου λένε να πάω με τον ΟΤΕ "για να ξεμπερδεύω". Εγώ όμως έχω θυμώσει και περιμένω την απάντηση των εξουσιαστών της Ελληνικής τηλεφωνίας μετά την γραπτή αναφορά προς τη Γραμματεία Προστασίας του Καταναλωτή. Τα λεφτά μου, όπως και την ψήφο μου, όπως και τη μούντζα μου ακόμα-ακόμα, δεν τα δίνω σε αλήτες και παρακράτη. Εγώ, ο μικρός άνθρωπος. Γιατί είναι αυτό που σου έλεγα στην αρχή. Δεν είναι η γνώμη των άλλων, καθώς όλο και πιο συχνά ακούω τη φράση "με το σταυρό στο χέρι". Είναι η δική μου που μετράει. Διότι το δικαίωμα στην ήττα, όπως και στη νίκη, μπορεί να είναι καθαρά προσωπική υπόθεση του καθενός, αλλά η πορεία προς αυτήν όχι. Αν το θυμόμασταν αυτό κάθε μέρα που περνάει, τότε ίσως ετούτη η χώρα να είχε κάποια ελπίδα.

Δε βαριέσαι. Τό 'χω ξαναπεί. Δε μένω εδώ γι αυτή τη χώρα, αλλά για τον τόπο που την έχει γεννήσει.

posted by mindstripper @ 9/19/2011 10:44:00 pm  | 9 Comments |  Links to this post | 

Saturday, June 18, 2011

Easy rider

Αύριο θα συμπληρώσω δύο μήνες και δέκα μέρες ανεργίας. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που έμεινα άνεργη χωρίς αυτό να είναι επιλογή δική μου. Είναι επίσης και η πρώτη φορά στη ζωή μου που μπήκα στον ΟΑΕΔ.

Σ' αυτό το ποστ δεν θα δεις στεναχώρια και μιζέρια. Δεν θα διαβάσεις μπινελίκια για ανθρώπους που ίσως και να το αξίζανε, δεν θα αισθανθείς καν την ανάγκη να συμπάσχεις. Κι αυτό γιατί από τότε που απολύθηκα, θυμήθηκα ξανά πώς είναι να ξυπνάω το πρωί και να πίνω τον καφέ μου ήρεμα και αβίαστα, θυμήθηκα πώς είναι να βλέπω τους φίλους μου και να κατανέμω το χρόνο μου όπως θέλω εγώ και όχι όπως με ορίζουν οι άλλοι, θυμήθηκα πώς είναι να δημιουργώ και να ενσωματώνομαι με τα πράγματα και τις ασχολίες που αγαπούσα από παιδί. Η ζωή είναι πολύ όμορφη ρε φίλε. Πάρα πολύ όμορφη. Και εμείς όλοι βαδίζουμε σε μονοπάτια άλλα από αυτά που κάποτε ονειρευόμασταν, για χάριν υποχρεώσεων, οικογενειών, ενσήμων, συντάξεων και 25-30 ημερών που βαφτίζουμε 'διακοπές' κάθε χρόνο, μέχρι να βγάλουμε άσπρα μαλλιά, να αποκτήσουμε πρεσβυωπία, να αρχίσουμε να χτυπάμε ψηλά σκορ σε χοληστερίνη και τριγλυκερίδια και να την κάνουμε αγκαζέ με τα αθριτικά μας για κανένα σπιτάκι στο χωριό ή για κάποιον αξιοπρεπή οίκο ευγηρίας.

Το πόσο πολύ είχα κουραστεί, δεν το είχα καταλάβει όλον αυτόν τον καιρό. Το κατάλαβα από τη μέρα που έμεινα άνεργη και μετά. Έτσι υποτίθεται ότι γίνεται συνήθως. Αυτό λένε οι πολλοί: "Έτσι είναι πάντα, μετά σου βγαίνει όλη η κούραση. Κάτσε τώρα και ξεκουράσου." Έκατσα κι εγώ και ξεκουράστηκα. Πρώτη εβδομάδα, δεύτερη, τρίτη... Το σώμα μου δε χόρταινε ύπνο. Το δε μυαλό, άρχισε να δουλεύει ανάδρομα. Αντί να αγχώνεται με το τί θα συμβεί αύριο-μεθαύριο και με γνώμονα αυτό να αρχίσει να αναδιοργανώνεται, άρχισε να πεισματώνει και να προσπαθεί να ριζώσει στο σήμερα, να του πιεί το αίμα, να του ρουφήξει το μεδούλι. "Γιατί δε θα κρατήσει και πολύ", ήταν η φωνή που άκουγα συνέχεια να αντηχεί μέσα στο κεφάλι μου. Μέχρι που ήρθε η μέρα που αυτή η φωνή, χωρίς να αλλάξει στο παραμικρό το ύφος και την γαλήνη που την κατείχε, έγινε ερευνητική.

"Γιατί να μην κρατήσει πολύ;"

Το γιατί το ήξερα και το ξέρω πολύ καλά. Έχω δεκαπέντε χρόνια δουλειάς στην πλάτη μου. Πολλά δεν είναι, θα πουν μερικοί. Δεν τα λες και τίποτα, θα πουν άλλοι. Άμα αρχίσω να γράφω κι εγώ τώρα ότι το εξήντα τοις εκατό των φίλων μου είναι άνεργοι κι ότι στον ιδιωτικό τομέα γίνεται σφαγή στο θέμα του ωραρίου και της αμοιβής εργασίας, ειδικά κάτω από τις παρούσες συνθήκες, θεωρώ ότι δεν θα σου πω τίποτα περισσότερο από όσα ξέρεις ήδη. Ξέρω πολύ καλά τί έχω να αντιμετωπίσω αν βγω έξω στην αγορά εργασίας αυτή τη στιγμή.

Το ξέρω τόσο καλά που αποφάσισα να μην το κάνω.

Ένα μήνα πιο πριν, μετά από μία φιλική συγκέντρωση, καθώς γύριζα σπίτι γύρω στις 3-4 το πρωί, έγινα μάρτυρας ενός ατυχήματος. Σε ένα φανάρι που ήταν κόκκινο και μόλις είχε ανάψει πράσινο, ένα αυτοκίνητο στην αριστερή λωρίδα βγήκε χωρίς προειδοποιητικό φλας στη μεσαία λωρίδα όπου ήμουν, και καρφί μετά από αυτό πετάχτηκε στη δεξιά. Η σκηνή που είδα να εξελίσσεται μπροστά μου σε δέκατα δευτερολέπτου, μου πάγωσε το αίμα. Μία μηχανή έπεσε πάνω στο αμάξι και ο αναβάτης πετάχτηκε στο τσιμέντο. Η μηχανή, σα χάρτινη, χοροπήδησε προς την αντίθετη κατεύθυνση, ο θόρυβος από τις λαμαρίνες και τα λάστιχα που ούρλιαζαν υπερκάλυψε -σε νεκρό χρόνο- την πτώση μίας δεύτερης μηχανής και του αναβάτη της λίγο πιο πίσω δεξιά μου. Δεν μπορούσα να γυρίσω να δω. Έβαλα πρώτη, άναψα alarm, πήγα 10 μέτρα πιο μπροστά και κατέβηκα σχεδόν τρέχοντας από το αυτοκίνητο. Πιο μπροστά μου σταμάτησαν άλλα δύο αυτοκίνητα. Είδα τον έναν αναβάτη όρθιο, λίγο ταρακουνημένο, αλλά χωρίς εξωτερικά τραύματα, το ένα μανίκι του μπουφάν του κυριολεκτικά λιωμένο από το σύρσιμο. Έψαξα με τα μάτια να βρω τον άλλον, είδα ένα παλικάρι με μπουφάν δερμάτινο να πλησιάζει, κατάλαβα ότι ήταν αυτός. Ευτυχώς, φαίνονταν να είναι και οι δύο καλά. Ο παρά-λίγο δολοφόνος οδηγός του αυτοκινήτου πλησίασε, έβαλε τα κλάμματα. Ήταν 19 χρονών. Έπιασε το πρόσωπό του και με τα δύο του χέρια κι άρχισε να επαναλαμβάνει συνέχεια τη φράση "Τί έκανα, τί έκανα;" Παρ' ότι υπήρχε τρομακτική ένταση, κανείς δεν έδειρε κανέναν, κανένας δεν έβρισε κανέναν, τουλάχιστον όση ώρα ήμουν εκεί. Άφησα το τηλέφωνό μου στα παλικάρια, τους είπα ότι είδα όλο το σκηνικό από την αρχή κι αν χρειάζονταν κάτι να επικοινωνούσαν μαζί μου. Το ίδιο έκανε κι ο άλλος οδηγός που είχε σταματήσει με alarm μπροστά μου. Έκατσα γύρω στα 10-15 λεπτά εκεί. Όταν βεβαιώθηκα ότι τουλάχιστον από υγεία φαίνονταν όλοι καλά, έφυγα για το σπίτι μουδιασμένη με τα χέρια τρεμάμενα πάνω στο τιμόνι.

Σήμερα το μεσημεράκι χτύπησε το κινητό. Ο αριθμός δεν ανήκε σε καμμία από τις ήδη υπάρχουσες επαφές μου.

"Παρακαλώ;"
"Γεια χαρά. Δεν ξέρω αν με θυμάσαι. Είμαι ο Δ. που πριν από έναν μήνα περίπου χτύπησα με τη μηχανή στην Κηφισίας, αν θυμάσαι..."
"Βέβαια και θυμάμαι, δεν ξεχνιέται αυτό το πράγμα. Είσαι καλά, όλα εντάξει, πώς τα πας;"

Ήταν ο αναβάτης της δεύτερης μηχανής. Η ασφαλιστική του 19χρονου του κάνει νερά για το αν όντως χτύπησε πάνω στο αυτοκίνητο κατά την πτώση του ή αν αυτή προκλήθηκε από το φρενάρισμά του. Τρέχα γύρευε. Λες και αν όντως η πτώση προκλήθηκε από το φρενάρισμα, είναι λογικό οι κύριοι ασφαλιστές - εκτιμητές ατυχημάτων να μην πληρώσουν για μία ενέργεια οδηγού, η οποία μπορεί και να κόστιζε τη ζωή ενός ανθρώπου, και ο μόνος, ο μοναδικός λόγος που κάτι τέτοιο δεν έγινε ήταν απλά και μόνο επειδή έτυχε το φανάρι να ήταν λίγα δευτερόλεπτα πιο πριν κόκκινο.

Μη στα πολυλογώ, με τον Δ. μιλήσαμε αρκετή ώρα στο τηλέφωνο. Δυστυχώς, δεν είχα δει καθαρά μέσα στη σύγχυσή μου αν η δική του μηχανή είχε πέσει πάνω στο αυτοκίνητο ή στη μηχανή του άλλου κι έτσι δεν μπορούσα να τον βοηθήσω. Προς στο τέλος, έτσι όπως τα είχε φέρει η συζήτηση και ανταλλάξαμε και δυο κουβέντες παραπάνω, μιλώντας για τις δουλειές μας (κι εκείνος σε μία όχι καλή επαγγελματική περίοδο για τον ίδιον), για την υπάρχουσα κρίση και για το πώς έχουν έρθει τα πράγματα, τον άκουσα να λέει:

"Ξέρεις, το ότι σταμάτησες κι εσύ και το άλλο το παλικάρι να μας δώσετε τα τηλέφωνά σας χωρίς να σας τα ζητήσουμε, είναι μεγάλο πράγμα και σας ευχαριστώ και τους δύο. Κι όσοι άλλοι μαζεύτηκαν για να δούνε αν είμαστε καλά, για να βοηθήσουν. Το έλεγα και σε έναν φίλο μου αυτές τις μέρες. Νομίζω ότι μέσα σε όλα αυτά που γίνονται γύρω μας, έχουμε αρχίσει να γινόμαστε περισσότερο άνθρωποι. Ίσως και να βοηθάμε λίγο περισσότερο ο ένας τον άλλον."

Χαμογέλασα. Κατά έναν πολύ περίεργο τρόπο, ήταν ακριβώς το ίδιο που είχα στο μυαλό μου κι εγώ εκείνη τη στιγμή. Αυτό και άλλους δύο λόγους που με έκαναν να σταματήσω χωρίς δεύτερη σκέψη εκείνο το βράδυ, κι ας έτρεμα γι αυτό που μπορεί να έβλεπαν τα μάτια μου όσο πλησίαζα. Τον έναν λόγο τον έλεγαν Δημήτρη. Τον άλλον Χάρη. Πάνε χρόνια, αλλά με τον εαυτό μου έχω κάνει από τότε τη συμφωνία να μην ξεχάσω.

Κι απ' όσο βλέπω και κατανοώ πλέον αυτό που έχω γίνει, άλλη μία νέα συμφωνία έχει κλείσει μέσα μου αυτούς τους τελευταίους δύο μήνες. Αυτή που όταν περάσουν τα χρόνια, δεν θα μου επιτρέψει σε οποιαδήποτε στιγμή αδυναμίας να αναρρωτηθώ αν έχω μετανοήσει για αποφάσεις που θα μπορούσα να έχω πάρει και τελικά φοβήθηκα και δεν πήρα ποτέ μου. Ίσως να έχω δει πολλές ταινίες, ίσως και να ήρθε άλλη μία φορά που θα γυρίσω την πλάτη μου σε όλα αυτά που κατάφεραν για πόσο καιρό τώρα να αδρανοποιήσουν το πιο ζωντανό κομμάτι της ψυχής μου. Αυτό που μέχρι πρότινος, αν κοίταζε μέσα σε έναν καθρέφτη θα έβλεπε την τρομακτική εικόνα ενός παιδικού προσώπου με τα στεγνά, ανέκφραστα μάτια ενός ασφαλιστή - εκτιμητή ατυχημάτων.

Πάω για (άλλη μία) καινούργια αρχή σε μία όχι τόσο καινούργια για μένα πόλη.
Αθήνα σ' αγαπώ γι αυτά που μου έδωσες, Ελλάδα σ' αγαπώ γι αυτά που μου παίρνεις μακρυά.

posted by mindstripper @ 6/18/2011 03:44:00 am  | 23 Comments |  Links to this post | 

Wednesday, May 18, 2011

Σαββοπούλειον (end titles)

Εκνευρίστηκα πάλι. Κι έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην το κάνω και να μην ασχολούμαι, όταν αυτό αφορά ανθρώπους που ανήκουν στη γενικότερη κατηγορία των σκουπιδιών, με ό,τι υποκατηγορίες μπορεί αυτή να περιλαμβάνει. Δημοσιογράφους, πολιτικούς, δικαστικούς, αστυνομικά όργανα. Παράλληλα με αυτό, προσπαθώ πολύ να μένω εκτός σε περιπτώσεις που είναι φανερή η πνευματική σύγχυση του ομιλητή, είτε λόγω ψυχολογικών διαταραχών, είτε λόγω ηλικίας.

Θεωρώ ότι ο Σαββόπουλος ανήκει σ' αυτό, το τελευταίο. Κανονικά δεν θα έπρεπε να ασχοληθώ. Πιθανόν να μην ασχολιόμουν, εαν δεν ήταν ο Νιόνιος αυτός που μιλούσε αλλά κάποιος άλλος, κάποιος στου οποίου το πρόσωπο δεν έτρεφα καμμία εκτίμηση, τα λόγια και οι μουσικές του δεν με είχανε κάνει ποτέ να κλάψω ή να γελάσω ή να βγάλω τα σωθικά μου τραγουδώντας "να μας πάρεις μακρυά, να μας πας στα πέρα μέρη". Αλλά δεν μπορώ. Έχω φορτώσει με αυτό το "Να απομακρυνθούν όλοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας". Το ακούω και νιώθω τα μηνίγγια μου να χτυπάνε. Αυτό επειδή το Νιόνιο τον αγαπούσα. Κι άμα αγαπάς κάποιον, ειδικά αν έχεις μεγαλώσει μαζί του, η σφαίρα του μύθου γίνεται ον αυτόβουλο, χτίζεται σε χρόνο μηδέν, είναι απλά κάτι το ανεξέλεγκτο. Θα μου πεις, δύσκολη η απομυθοποίηση, αλλά δεν μπορώ και να μυξοκλαίω σαν κανένα 15χρονο. Έχεις δίκιο. Είμαι κοτζάμ γαϊδούρα, το αντέχω για δικούς μου ανθρώπους, πολύ περισσότερο για 'είδωλα' άλλων καιρών. Οπότε πάει αυτό. Πες ότι το παλεύω.

Αυτό που δεν παλεύω είναι ότι τα λόγια που βγήκαν από το στόμα αυτού του ανθρώπου, ενός ανθρώπου σύμβολου των γραμμάτων και των τεχνών, θα τα ακούσουν εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων. Στο twitter πολλοί έγραψαν περί ηλιθιότητας. Εγώ τον χαρακτήρισα "φασίστα". Χαρακτηρισμός άκυρος, γιατί όλο του το παρελθόν μόνο κάτι τέτοιο δεν δείχνει, κι αυτή είναι η πραγματικότητα. Ζητώ δημοσίως συγνώμη λοιπόν γι αυτόν τον χαρακτηρισμό. Αυτό που έπρεπε να έχω γράψει είναι ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος μπορεί να μην είναι φασίστας, η δήλωσή του όμως είναι πιο φασιστική από όλα εκείνα που ο ίδιος μπορεί στο παρελόν να καταδίκαζε με κάθε λόγο και κάθε πράξη του. Κι αυτό με κάνει και θλίβομαι διπλά και τρίδιπλα. Πρώτα για εκείνον. Κι έπειτα γι αυτό που κάποτε συμβόλιζε.

"Να απομακρυνθούν όλοι οι λαθρομετανάστες από το κέντρο της Αθήνας."

Μάλιστα. Όλοι οι λαθρομετανάστες. Εκείνοι που έχουν έρθει εδώ και 10-15 χρόνια στα Κάτω Πατήσια και πιάσανε μαζί με τις οικογένειές τους τα υπόγεια, μέσα στη βρώμα και στη μούχλα. Αυτά που δεν τα έπιανε κανένας άλλος, αυτά που οι σπιτονοικοκυραίοι τα είχανε για αποθήκες. Και που τα καλοκαίρια, όταν έπιαναν οι καύσωνες, βγάζανε τα σεντονάκια τους έξω, στα παγκάκια των λίγων πεζόδρομων, και κοιμόντουσαν εκεί. Εκεί που βγάζανε και τις απλώστρες με τα λιγοστά ρούχα που έπλεναν στο χέρι. Εκείνοι που έπιασαν κάτι ετοιμόρροπα σπίτια που φοβάσαι ακόμα κι απ' έξω να περάσεις, αλλάζεις πεζοδρόμιο, βλέπεις τις πλίνθες να εξέχουν πάνω από το κεφάλι σου και σκέφτεσαι "άστο καλύτερα". Εκείνοι που δουλεύανε στο μεροκάματο χωρίς ασφάλεια και χωρίς παροχές ποιός ξέρει για πόσο καιρό, μπας και μαζέψουνε κανα φράγκο να πάρουνε κανένα σπιτάκι για τα παιδιά και τις γυναίκες τους.

Έχω γράψει κι άλλες φορές εδώ για τα Κάτω Πάτήσια και τη γειτονιά μου. Έχω γράψει για το ότι φοβάμαι. Φοβάμαι τόσο που παίρνω το αυτοκίνητο όπου και να πάω πια, κλειδαμπαρώνομαι μέσα και νιώθω λίγο πιο ασφαλής. Το σπίτι μου είναι δίπλα στη Γιάνναρη άλλωστε. Και η Γιάνναρη δεν έχει βαφτεί με αίμα τώρα για πρώτη φορά. Φοβάμαι τόσο που σκέφτομαι όχι πια τόσο σπάνια, ότι μάλλον έχει έρθει ο καιρός να φύγω από δω. Δε θα είμαι και η πρώτη. Τα υπόγεια έχουνε κλείσει και τα καλοκαίρια με τους καύσωνες κανένας δεν κοιμάται πια στα παγκάκια του πεζόδρομου. Στεναχωριέμαι που θα αποχωριστώ τη γειτονιά και τους ανθρώπους της. Τους ανθρώπους της, οι οποίοι τουλάχιστον στο μισό ποσοστό τους, είναι και ήταν ανέκαθεν μετανάστες. Γιατί έτσι ήτανε πάντα τα τελευταία 10 χρόνια οι γειτονιές της Αθήνας. Γεμάτες μετανάστες. Κι άμα σου πω ότι όλοι τους ήτανε νόμιμοι, ειδικά εκείνους τους καιρούς, ξέρω ότι θά 'ναι ψέμματα.

Πώς μπορεί κάποιος να σηκώνει το δάχτυλο και να τους τοποθετεί όλους μαζί σε ένα τσουβάλι πάνω στην έδρα του κατηγορητηρίου, δεν μπορώ να καταλάβω. Δεν το χωράει ο νους μου. Κι επειδή καταλαβαίνω ότι το να έχεις το προνόμιο του δημόσιου λόγου δε σημαίνει αναγκαία ότι έχεις και την πνευματική καθαρότητα αυτού, ειδικά από ένα ηλικιακό χρονικό σημείο και μετά, αυτό, και μόνο αυτό, είναι το ελαφρυντικό που έχω καταχωρήσει στο μυαλό μου για τον κύριο Σαββόπουλο. Αυτό το ίδιο, αποτελεί και το "κατηγορώ" για όσους χρησιμοποιήσουν αυτές του τις δηλώσεις για να προωθήσουν, να ξεγελάσουν, να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο προς χάριν κέρδους και τηλεθέασης. Και ξέρω ότι θα είναι πολλοί. Αλλά, όπως σου είπα και πιο πάνω, αυτοί όλοι ξέρω ήδη σε ποιά κατηγορία ανήκουν. Κι επομένως, δεν θα σχοληθώ μαζί τους ούτε στο παραμικρό. Είναι ανάξιοι οποιασδήποτε αναφοράς.

Σε αντίθεση με τον Διονύση τον οποίον αγαπούσα, αγαπώ, και θα συνεχίσω ν' αγαπώ.
Όχι όμως γι αυτό που είναι.
Μόνο γι αυτό που ήταν μια φορά κι έναν καιρό.
____________________

Updated (20/5/2011): Επιστολή Σαββόπουλου προς Ελευθεροτυπία

posted by mindstripper @ 5/18/2011 07:22:00 pm  | 21 Comments |  Links to this post |