@Gmail
@Our magic bus
@Twitter

Previous Posts

Archives

Wednesday, February 03, 2021

Για τον Αρίστο - Υπόθεση Παγκρατίδη

Το μήνυμα ήρθε ένα απόγευμα πριν από 2-3 εβδομάδες από την Β., πολύ καλή μου φίλη από τα εφηβικά μου χρόνια:

"Μόλις άκουσα στην τηλεόραση ότι έχει θέατρο live streaming, Αρίστος, ένα έργο για τον Παγκρατιδη. Και σε σκέφτηκα..."

Όλοι οι καλοί μου φίλοι ξέρουν την εμμονή μου με τον Παγκρατίδη. Όλοι, κατά καιρούς, με ενημερώνουν για ό,τι δουν και ό,τι ακούσουν.

Ήμουν 10-11 χρονών όταν μετακομίσαμε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη λόγω της δουλειάς του πατέρα μου. Έτος 1980. Η Θεσσαλονίκη με στιγμάτισε. Εκεί έζησα τα χρόνια των πειρατικών σταθμών, εκεί ανέπτυξα το ταλέντο μου στη ζωγραφική και στις τέχνες, εκεί άρχισα να διαβάζω ασταμάτητα δανειζόμενη βιβλία από τη ΧΑΝΘ, να γράφω στα κρυφά και να ερωτεύομαι. Οι μανάδες μας μας αφήναν να παίζουμε στην πλατεία Ναυαρίνου μέχρι τις 11 η ώρα το βράδυ, τα καλοκαίρια θυμάμαι ερχόταν κι έπαιζε ένας ψηλός νέος με φλάουτο κι η μάνα μου καθόταν μέσα στη νύχτα και ζωγράφιζε τους μουσαμάδες της με όλες τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές, για να τον αφουγκράζεται καλύτερα.

Μέχρι τη μέρα που εμφανίστηκε "ο Δράκος". Οι μανάδες μας ξαφνικά μας απαγόρεψαν να κατεβαίνουμε στις πλατείες, ο κόσμος και ειδικά οι γυναίκες, απέφευγαν να κυκλοφορούν μόνες μετά τη δύση του ηλίου. Η Θεσσαλονίκη είχε τρομοκρατηθεί. Η άγρια δολοφονία μίας πανέμορφης 20χρονης φοιτήτριας, της Αναστασίας Αλεξανδρίδου, και ο βιασμός της την ώρα που εκείνη ψυχορραγούσε σχεδόν κάτω από το σπίτι της, ξύπνησαν στους Θεσσαλονικείς φρικιαστικές μνήμες και ιστορίες που ήταν ξεχασμένες για δύο δεκαετίες τουλάχιστον. Δεν ήταν ο πρώτος "Δράκος" ετούτος, έμαθα αργότερα. Υπήρξε, λέγαν, κι άλλος ένας στα τέλη της δεκαετίας του 50, που χτυπούσε ως επί το πλείστον στο δάσος του Σέιχ Σου, δολοφονούσε τα θύματά του χτυπώντας τα απανωτά και λυσσαλέα με πέτρες στο κεφάλι και στη συνέχεια βίαζε τις κοπέλες ενώ αυτές ξεψυχούσαν πνιγμένες στο αίμα τους. 

"Αλλά εκείνον τον Δράκο του Σέιχ Σου, τον Αριστείδη Παγκρατίδη, τον έπιασαν και τον έστειλαν στο εκτελεστικό απόσπασμα", μου είχε εξιστορήσει ο πατέρας μου μία μέρα που τσακωνόμουν με τη μάνα μου επειδή δεν με άφηνε να κατέβω να παίξω στην πλατεία.
"Καλά τον κάνανε", είχα αποφασίσει και είχα ξεστομίσει μέσα στην αμίλεικτη παιδική μου αφέλεια. "Μακάρι να κάνουν το ίδιο και σ' αυτόν εδώ."

Δεν έκαναν όμως το ίδιο στον Κυριάκο Παπαχρόνη, ο οποίος συνελήφθη αργότερα και ομολόγησε την δολοφονία και τον βιασμό της Αλεξανδρίδου και όχι μόνο εκείνης, καθώς είχε χτυπήσει σε Δράμα και Ξάνθη. Προς μεγάλη μου έκπληξη και θυμό, δεν τον εκτέλεσαν. Τον καταδίκασαν σε δις ισόβια και του έριξαν καμμιά 20αριά χρόνια για τις υπόλοιπες κατηγορίες που τον βάρυναν. Εμένα, του 12χρονου τότε παιδιού, αυτό δεν μου έφτανε. Κι ας προσπαθούσε ο πατέρας μου, πρώην υψηλό στέλεχος της Εγκληματολογικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης που είχε βρεθεί σε σκηνές των εγκημάτων του, να μου εξηγήσει ότι η θανατική ποινή είχε καταργηθεί για πολλούς και διάφορους λόγους. Δεν με ενδιέφερε να τον ακούσω. Το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν ο πατέρας και η μάνα της Αλεξανδρίδου. Οι οποίοι έφυγαν από τη ζωή πολύ σύντομα, μετά. Και οι δύο.

Δύο χρόνια πιο μετά φύγαμε από τη Θεσσαλονίκη. Άλλαξα σπίτι, σχολείο, φίλους. Και ο καιρός πέρασε. Ήταν άνοιξη του 1989 όταν κάποιο μεσημέρι έπεσα εντελώς τυχαία επάνω στους τίτλους εναρξης μίας ελληνικής ταινίας: "Υπόθεση Παγκρατίδη (αθώος ή ένοχος;)". Χαμογέλασα ειρωνικά. Με ύφος χιλίων καρδιναλίων, την υπεροψία μίας πρώην κατοίκου Θεσσαλονίκης που 'τα ήξερε από πρώτο χέρι' και τον σαρκασμό ενός παντογνώστη θεού και κριτή, σκέφτηκα: "Καλά, τώρα τί προσπαθούνε να κάνουνε;..." Έτσι περιφρονητικά, ξεκίνησα να βλέπω αυτή την ταινία του Δημήτρη Αρβανίτη. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο έσβηνε το χαμόγελο και η απαξίωση άρχισε να μεταμορφώνεται σε απορία, ύστερα σε αγωνία και σε στενοχώρια και στο τέλος σε ένα χωρίς ανάσα κλάμα με ασταμάτητους λυγμούς. Την ταινία δεν την έχω ξαναδεί έκτοτε. Δεν ξέρω αν έχω το κουράγιο να το ξανακάνω. Γι αυτό το λόγο δεν ξέρω και αν θα δω ποτέ, παρ' ότι θέλω, την παράσταση "Αρίστος" που στηριζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη που μου πρότεινε η φίλη μου.

Διάβασα όμως ό,τι μπορούσα να βρω για τον Αρίστο. Έτρεξα και αγόρασα το βιβλίο του Κώστα Τσαρούχα στο οποίο είχε στηριχθεί η ταινία. Στη βιβλιογραφία αυτού είδα και το βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου με τίτλο "Ο «δράκος» του Σέιχ-Σου, Ενας αθώος στο απόσπασμα (Υπόθεση Παγκρατίδη)". Αμέσως προμηθεύτηκα και αυτό. Διάβασα εμπεριστατωμένα περιστατικά και δημοσιεύματα, μαρτυρίες, πρακτικά δικαστηρίων, ομολογίες, αγορεύσεις. Άρχισα να σημειώνω ονόματα, ημερομηνίες και τοποθεσίες αναπαραστάσεων, αποδεικτικά στοιχεία που είχαν βρεθεί τότε και δεν παρουσιάστηκαν ποτέ στη δίκη (και καταδίκη) ενός αναρμόδιου για τα εγκλήματα που τον έκριναν δικαστηρίου. Δεν ήθελα να ξανακάνω το ίδιο τραγικό λάθος. Βλέπεις, εκείνο το κλάμα δεν απευθυνόταν τόσο στη μοίρα του Αριστείδη Παγκρατίδη όσο σε εμένα την ίδια. Ανάμεσα στα πρόσωπα των δικαστών και των δημίων που τον οδηγούσαν προς εκτέλεση, είχα δει πεντακάθαρα και το δικό μου. Κι αυτό, όσο υπερβολικό και αν φαίνεται σε εσένα που διαβάζεις ετούτο εδώ το κείμενο, έκανα χρόνια να το ξεπεράσω και να μου το συγχωρήσω.

Με το τέλος της φετινής χρονιάς θα συμπληρωθούν 58 χρόνια από τη σύλληψη του Αριστείδη Παγκρατίδη. Σε 13 ημέρες θα συμπληρωθούν 53 χρόνια από την εκτέλεση του. Όλα αυτά τα χρόνια στα κατάστιχα των αστυνομικών και δικαστικών αρχών αυτής της χώρας, υπάρχει ένας φάκελος στον οποίον άδικα και λανθασμένα(;), ο Δράκος του Σέιχ Σου κι ο Αριστείδης Παγκρατίδης συνεχίζει να θεωρείται το ίδιο και το αυτό πρόσωπο. Όλο αυτό το διάστημα έχουν γραφτεί βιβλία, έχουν βγει ταινίες, έχουν σκηνοθετηθεί θεατρικές παραστάσεις για την αμφισβήτηση της τετράκις εις θάνατον ποινής που του επιβλήθηκε από ένα πενταμελές εφετείο του οποίου ο πρόεδρος αποτελούσε την προσωποποίηση μίας ξεπουλημένης, αηδιαστικής και σάπιας δικαιοσύνης. Δεν είναι δικά μου συμπεράσματα αυτά. Διάβασε τα βιβλία αν δεν με πιστεύεις. Μην διαβάζεις δημοσιεύσεις απο δω κι απο κει. Μην διαβάζεις φήμες. Διάβασε τα πρακτικά. Είναι όλα εκεί. Υπάρχει κι ένα βιβλίο που το έψαχνα χρόνια και ποτέ δεν το βρήκα, το βιβλίο που είχε βγάλει ο ένας από τους δύο δικηγόρους του Αρίστου, ο Μενέλαος Σαπουντζής. Υποθέτω δεν θα το βρω ποτέ. Ειλικρινά, και τί δεν θα έδινα να μπορούσα να το βρω.

Και τί δεν θά 'δινα να ξημέρωνε μία μέρα που ο φάκελλος Παγκρατίδη θα ξανάνοιγε και το όνομά του θα αποσυνδεόταν από τα εγκλήματα του Σέιχ Σου, της Μίκρας και του Δημοτικού Νοσοκομείου. Δεν είναι μόνο το συναισθηματικό και εντελώς προσωπικό μου δέσιμο με αυτή την υπόθεση. Είναι ότι γεννήθηκα παιδί χωροφύλακα. Μόνο που ετούτος ο χωροφύλακας, ο δικός μου ο πατέρας, που ήθελε να σπουδάσει και να γίνει δικηγόρος αλλά η ζωή του τα 'φερε αλλιώς, είχε έντονο το αίσθημα του δικαίου και αυτό κατάφερε να μου το εμφυσήσει ως στάση ζωής. Κι αν η ζωή δεν είναι δίκαιη κι αυτό το έμαθα κι εγώ με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο μεγαλώνοντας, η δικαιοσύνη ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ. Και αν, ακόμη και αυτή η δικαιοσύνη, κατά καιρούς διαβάλλεται και διαφθείρεται από ανθρώπους που είναι ανάξιοί της, αυτοί φεύγουν κάποια στιγμή κι έρχονται άλλοι. Σ' αυτούς τους άλλους δεν θα σταματήσω να εναποθέτω τις ελπίδες μου. Μία αναψηλάφηση της δίκης που μόνο αυτεπάγγελτα μπορεί να γίνει, δεν θα είναι δικαίωση για τον ίδιο τον Αρίστο, αλλά θα αποτελέσει και κάθαρση στο πρόσωπο της ίδιας της δικαιοσύνης.

Η καταδίκη και η εκτέλεση του Αριστείδη Παγκρατίδη δεν ήταν απλά ένα μαύρο στίγμα στα γρανάζια του μηχανισμού της Ελληνικής δικαιοσύνης. Ήταν μία σιχαμένη, γεμάτη δυσωδία, κατάμαυρη τρύπα στην ιστορία της σε ετούτον εδώ τον τόπο. Και όσο το όνομά του παραμένει συνδεδεμένο με τον Δράκο του Σέιχ Σου, θα συνεχίσει να είναι.

Κι εγώ, ώρες-ώρες, θα συνεχίσω να την περιφρονώ.

_____________________________________________

Πηγές

1. "Υπόθεση Παγκρατίδη (αθώος ή ένοχος;)", ταινία του Δημήτρη Αρβανίτη

    Μέρος Α': https://www.youtube.com/watch?v=fKFPd1Fajqo
    Μέρος Β': https://www.youtube.com/watch?v=gALEhTkcRpY

2. Κώστας Παπαϊωάννου, "Ο «δράκος» του Σέιχ-Σου, Ενας αθώος στο απόσπασμα (Υπόθεση Παγκρατίδη)", εκδόσεις Ποντίκι, 1988

3. Κώστας Τσαρούχας, "Υπόθεση Παγκρατίδη Αθώος Ή Ένοχος;", εκδόσεις Δωδώνη, 1989

4. "Σημεία των καιρών - Αριστείδης Παγκρατίδης", κανάλι 4Ε, 2019.  Σειρά εκμπομπών του πρώην εισαγγελέα Κώστα Λογοθέτη με νέες πληροφορίες και γνήσια έγγραφα προερχόμενα από τον φάκελο-αρχείο του Αριστείδη Παγκρατίδη.

    Μέρος Α': https://www.youtube.com/watch?v=p_XCviaULEk
    Μέρος Β': https://www.youtube.com/watch?v=TfxyMHq_Dqo
    Μέρος Γ': https://www.youtube.com/watch?v=j7xTgvkVpEk&t=10s
    Μέρος Δ': https://www.youtube.com/watch?v=FRyJSIx4Hww

Labels: , , , , , , , , ,

posted by mindstripper @ 2/03/2021 01:49:00 pm  | 2 Comments | 

Sunday, December 15, 2019

Τα καταδικά μου Κόκκινα Φανάρια

Να εξηγηθώ εξ αρχής. Ό,τι είναι να γράψω θα το γράψω επειδή ανέκαθεν αγαπούσα πάρα μα πάρα πολύ τον Σταύρο Ξαρχάκο, επειδή έχω οικειοποιηθεί τη μουσική του, επειδή την θεωρώ δική μου, κομμάτι της ψυχής μου, θεμελιώδες χρώμα της ζωής μου. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ξεκινάω λάθος. Δεν θα διαφωνήσω. Ούτε σκοπεύω σήμερα να γράψω εδώ μέσα για σωστό ή για λάθος. Αυτή η ανάρτηση είναι άκρως υποκειμενικής φύσεως και λογικό συμπέρασμα δεν πρόκειται να βγει. Το μόνο που θέλω να κάνω είναι να γράψω για κάτι που με έχει πειράξει. Να προσπαθήσω να γράψω για μία εισβολή. Μία απρόσωπη εισβολή σε μία εντελώς προσωπική, υποκειμενική αγάπη.

Τα Κόκκινα Φανάρια μεγάλωσαν γενιές σαν ταινία κι έγραψαν ιστορία στην Ελληνική μουσική σκηνή. Τα είδα πρώτη φορά σε ηλικία πολύ μικρή, ίσως μικρότερη απ’ όσο θα έπρεπε, κρυφά από τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Σε μεγαλύτερη πια ηλικία πληροφορήθηκα με μεγάλο δέος και άλλη τόση ικανοποίηση ότι το 1964, τα Κόκκινα Φανάρια ήταν μία ταινία υποψήφια για βραβείο Όσκαρ, στην κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Η περηφάνεια μου ήταν τεράστια. Από κεί ξεκίνησε όλο το θέμα. Από εκεί ξεκίνησαν τα Κόκκινα Φανάρια να είναι “δικά μου”. Γιατί αν δεν είσαι περήφανος για κάτι το οποίο θεωρείς δικό σου ή για κάτι που το λιγότερο, αισθάνεσαι ότι για τον άλφα ή βήτα λόγο σε αντιπροσωπεύει, τότε για ποιόν άλλον λόγο άραγε μπορείς να αισθανθείς περήφανος;

Κάθε φορά που βλέπω αυτήν την ταινία, δεκαετίες μετά με άσπρα μαλλιά πλέον στο κεφάλι μου, κλαίω εντελώς αβίαστα όταν λίγο πριν τους τίτλους του τέλους, ο γέρος της Κατερίνας σκύβει ώστε να την κοιτάξει βαθιά μέσα στα μάτια και να τη ρωτήσει για άλλη μια φορά: “Όμορφη δεν είναι η ζωή Κατερίνα;…” Και κάθε φορά, υπάρχει αυτός ο λυγμός που εμποδίζω για έναν εντελώς ηλίθιο λόγο να βγει από μέσα μου, έτσι πώς βλέπω τα δυο γεροντάκια φορτωμένα με όλο τους το βιος, διπλωμένα στα δυο από αυτό τους το βάρος, να περπατούν κούτσα-κούτσα στα στενά, ανάμεσα στα σφραγισμένα μπουρδέλα της Τρούμπας, και να πηγαίνουν να τελέψουν επί τέλους την παράγκα τους, φτιαγμένη από τενεκέδες που θα μαζέψουν μαζί από τα σκουπίδια. Και θα φυτέψουν και μερικά λουλουδάκια. Και θα είναι όμορφα. Κι έτσι, μία ταινία τόσο σκληρή, αληθινή και γλυκόπικρη, αποκτά το καλύτερο τέλος που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί. Κι εκεί έρχεται πάντα η μουσική του τέλους, η μουσική του Ξαρχάκου, η οποία με βρίσκει να χαμογελώ συνοδεία δακρύων και με κάνει να αισθάνομαι ότι η μέρα που ξημερώνει είναι απλά μία όμορφη μέρα.

Είναι όμορφη μέσα από τα μάτια της φοιτήτριας που σπούδασε γλυπτική στη Ρουμανία και τελικά κατέληξε να εκπορνεύεται για να κερδίζει τα ως προς το ζειν. Είναι όμορφη μέσα στο μυαλό της πληθωρικής, ώριμης κυρίας τσατσά που είναι τόσο -σαν την παιδούλα- τυφλά ερωτευμένη με το πρωτοπαλίκαρο-νταβά του “σπιτιού” της. Είναι και τόσο όμορφα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του ξανθού άγγελου που γεύεται τον σαρκικό έρωτα για πρώτη φορά στη ζωή του κι επάνω στη νιότη και το πάθος του δείχνει να ξεχνάει για λίγο ότι αυτός ο έρωτας ήταν πληρωμένος. Γι αυτό είναι όμορφη η ζωή ρε Κατερίνα, κατάλαβες; Όχι επειδή ο άντρας σου θα φέρει στο παιδί ένα τρενάκι από το λιμάνι της Σιγκαπούρης, ούτε ένα ξύλινο κουνιστό αλογάκι με πραγματική σέλα από το Χονγκ Κονγκ, ούτε έναν τόσο μεγάλο αρκούδο από τον Παναμά.

Η ομορφιά της ζωής στα Κόκκινα Φανάρια δεν έχει ονοματεπώνυμο άλλο εκτός από αυτό του Σταύρου Ξαρχάκου, και ακόμα περισσότερο από αυτό, δεν έχει υλιστική ταυτότητα. Δεν είναι χειροπιαστή. Δεν είναι καταμετρήσιμη ούτε κοστολογήσιμη. Και πιο πολύ απ’ όλα ξέρεις τί δεν είναι; Δεν είναι “εκείνο το κομμάτι από τη διαφήμιση των Jumbo”. Είναι η μουσική από τα Κόκκινα Φανάρια του Σταύρου Ξαρχάκου, ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες συνθέτες, είναι ένα πιάνο που μελαγχολεί, ένα μπουζούκι που κλαίει με τσαμπουκά, είναι μία μυρωδιά, ένα αεράκι, οι αχτίδες του ήλιου που θα σου ζεστάνουν το πρόσωπο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια και όλοι οι γαλαξίες στον ουρανό. Είναι κάτι τενεκέδες από σκουπίδια, κάτι χρησιμοποιημένα τσιγάρα και κανένα ζευγάρι μάλλινες κάλτσες για το χειμώνα. Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής Κατερινάκι.

Όπως σου είπα.
Προσωπική αγάπη τα Κόκκινα Φανάρια.
Υποκειμενική.
Και παντοτινά παιδική.

10 μέρες για τα Χριστούγεννα.

Labels: ,

posted by mindstripper @ 12/15/2019 10:08:00 pm  | 2 Comments | 

Sunday, March 17, 2019

Post love

Είμαι 47 χρονών. Κάποιος μου είχε πει κάποτε ότι από τα 40 και μετά τα χρόνια περνάνε σα μέρες. Αν τον ξανα-έβρισκα μου φαίνεται θα τον χαστούκιζα. Βέβαια, ίδιες είναι οι πιθανότητες να του έσφιγγα και το χέρι. Βασικά θα ήθελα να κάνω και τα δύο, αλλά σαν να παραλογίζομαι ελαφρώς. Τί μου φταίει ο άνθρωπος; Μία αλήθεια είπε, βασισμένος στις δικές του εμπειρίες. Να με προετοιμάσει είχε προσπαθήσει, όχι να με απειλήσει.

Φίλοι έχουν αρχίσει να χάνονται, να "φεύγουν" απροειδοποίητα. Ακούω: "Ήταν πολύ αγχωμένος με τη δουλειά" ή "Έπινε πολύ, είχε τόσα προβλήματα μέσα στην οικογένειά του". Μεγαλώνοντας, όσο μακάβριο κι αν αυτό ακουστεί, όσο απέφευγα πάντα να πηγαίνω σε γάμους και βαφτίσια, τόσο πιάνω τον εαυτό μου να πηγαίνει σε κηδείες με μία ψυχολογία περίεργη, σχεδόν στρατιωτικού καθεστώτος. Τα αόρατα δεκανίκια που κουβαλάω και μου έχουν απομείνει από τις δικές μου απώλειες, βρίσκονται σε ετοιμότητα. Μπορει και να χρειαστούν. Αυτός είναι ο σκοπός. Αυτό και το "αντίο".

Τρεις μέρες πριν. Ηλιόλουστο πρωινό. Η φίλη με την οποία μοιραζόμαστε την επαγγελματική μας καθημερινότητα τα τελευταία 2μισι χρόνια, με παίρνει τηλέφωνο ώρα ασυνήθιστη. Είναι πολύ πρωί, δεν το συνηθίζει. Σκέφτομαι μήπως έτυχε κάτι έκτακτο και δεν μπορεί να πάει. Μήπως την έπιασε λάστιχο, μήπως κάποιο από τα παιδιά της έχει πυρετό. Απαντάω.

"Έλα ρε, καλημέρα."
Την ακούω να μου μιλάει χαμηλόφωνα. 
"Έλα ρε, να σου πω, δεν θα μπορέσω να πάω στη δουλειά σήμερα."
Η φωνή της ραγίζει. Είναι σαν να την ακούω να θρυμματίζεται σε χίλια κομμάτια.
"Αυτοκτόνησε μία φίλη μου."

Πισωπάτησα και στηρίχτηκα σε μία καρέκλα που βρήκα δίπλα μου. Αισθάνθηκα σα να μου είχαν ρίξει γροθιά στο στομάχι. Ο υπόλοιπος διάλογος ήταν σύντομος και δεν θυμάμαι απολύτως τίποτε από αυτόν.

Έφτιαξα τον καφέ μου και πήγα στη δουλειά μου. Δεν ήξερα την φίλη της φίλης μου. Δεν την είχα δει ποτέ μου. Έπιασα τον εαυτό μου να κάνει προσπάθειες να το απωθήσει από το μυαλό μου. Αλλά η λέξη "αυτοκτόνησε" μου είχε καρφωθεί στον εγκέφαλο. Είχα ταραχτεί. Δεν ήθελα να πάρω τηλέφωνο τη φίλη μου. Μπήκα να διαβάσω τα τοπικά νέα και η είδηση ήταν παντού. Σοκαρίστηκα. Δύο πράγματα. Πρώτο: αυτοκτονία διά απαγχονισμού. Δεύτερο: τρία παιδιά.

Μετά από 20 χρόνια στην Αθήνα, τα τελευταία 7 χρόνια ζω σε μία σχετικά μικρή κοινωνία. Σε συνδυασμό με τις όσες εμπειρίες κουβαλάω στην πλάτη μου, παρατηρώ όλο και περισσότερο την δυστυχία της γενιάς μου, η οποία είναι διασκορπισμένη τριγύρω μου. Όχι τις δυσκολίες. Θα το επαναλάβω. Την δυστυχία. Βλέπω γονείς που δεν θα έπρεπε να είναι γονείς και ζευγάρια που δεν θα έπρεπε να είναι ζευγάρια, παντρεμένα, ανύπαντρα, παράνομα ή gay. Και αν δυσκολεύομαι να καταλάβω τους λόγους που το ξεκίνησαν, αδυνατώ να συλλάβω το γεγονός του ότι συντηρούν μία κατάσταση που τους κατατρώει τα σωθικά στα κρυφά, ενώ διατυμπανίζουν δημοσίως το πού πήγανε διακοπές, το τί βαθμούς φέρνουν στο σπίτι τα παιδιά τους, και το πόσο καλοί είναι οι διατροφολόγοι, οι μανικιουρίστες, οι γυμναστές και οι κομμωτές τους. Βλέπω μία συνεχή προσπάθεια αναγνώρισης και επιβεβαίωσης από το περιβάλλον, μία επιδειξιομανία, ένα κοκόρεμα από ανθρώπους που έχουν διανύσει το μισό του προσδόκιμου της ζωής τους.

Και τώρα που κοντεύω τα 50 και υποτίθεται ότι έχω γίνει πιο σοφή, αναρωτιέμαι το γιατί. Για ποιόν λόγο πολλοί από τους συνομιλήκους μου μου δίνουν την αίσθηση ότι απέχουν πολύ από το να συμπεριφέρονται ως ενήλικες;  Για ποιόν λόγο αντί να μεγαλώνουν χέρι-χέρι, μαζί με την οικογένειά τους αισθάνονται την ανάγκη να την επιδεικνύουν ως λάβαρο αυτο-πραγμάτωσης;  Και για ποιόν λόγο, όταν οι σχέσεις ανάμεσα στους δημιουργούς της οικογένειας φθίνουν ή ακόμη-ακόμη φτάνουν στο τέλος τους, αυτό μεταφράζεται αυτόματα σε προσωπική τους αποτυχία σε αυτή τη ζωή;

Το να απαντούσα "επειδή η έννοια της οικογένειας είναι υπερ-τιμημένη" θα ήταν η μεγαλύτερη ηλιθιότητα που θα μπορούσα να ξεστομίσω. Όμως με το πέρασμα των χρόνων και με ένα διαζύγιο στην πλάτη μου, θα απαντήσω αυτό που θεωρώ πλέον την μόνη αλήθεια. Απέχουμε πολύ οι άνθρωποι από το να παραδεχθούμε ο καθένας τη δική του υπόσταση με ειλικρίνεια και χωρίς παρωπίδες. Επειδή αυτό είναι κάτι που δεν μας το έμαθε ποτέ κανείς. Επειδή έχουμε μεγαλώσει με των προγενεστέρων τα καταπιστεύματα.

"Άντε και με ένα καλό παιδί."
"Άντε κορίτσι μου να κάνεις ένα παιδάκι πριν σε πάρουν τα χρόνια."
"Άντε να τελειώσεις το στρατιωτικό σου, να βρεις μια δουλειά και να συντηρείς την οικογένειά σου."
"Μα πως αγόρι μου, περνούν τα χρόνια, πρέπει να έχεις μία σύντροφο στα γηρατειά σου."
"Κοίτα γύρω σου, όλες οι οικογένειες έχουν προβλήματα, δεν είσαι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία."

Ποτέ κανένας γονιός δεν είπε στο παιδί του πόσο δύσκολο είναι το έργο μίας οικογένειας. Ποτέ καμία μάνα δεν έπιασε την κόρη της να της πει ότι ένα παιδί δεν είναι μόνο ευτυχία, αλλά και κλάμα, αϋπνίες, ορμόνες, υπομονή και αποδοχή μίας το λιγότερο μεταβατικής, το χειρότερο δύσκολης περιόδου της ζωής της. Ποτέ καμία μάνα δεν έπιασε το γιό της να του πει ότι το να γίνει πατέρας προϋποθέτει την παντελή απώλεια του προσωπικού του χρόνου και την συναισθηματική εκγρήγορση ώστε να μπορεί στ' αλήθεια να υποστηρίζει έμπρακτα την σύντροφό του. Κι ας την χαστούκιζε μετά το παιδί της. Θα ερχόταν σίγουρα η μέρα που θα ήθελε να της σφίξει το χέρι. Ανέφερα τη μάνα δύο φορές, αν πρόσεξες. Είδες; Ακόμη κι εγώ...

Πολλά είναι ακόμα αυτά που θέλω να γράψω, αυτά που έχω στο μυαλό μου με αφορμή τον χαμό αυτής της ψυχής που αποφάσισε να βάλει αυτό το τόσο τραγικό, σχεδόν εκδικητικό τέλος στη ζωή της. Δεν ξέρω όμως τί να πρωτο-γράψω, είναι από τις λίγες φορές που αισθάνομαι ότι η σκέψη μου δεν έχει ειρμό, αλλά η ανάγκη μου να γράψω είναι τόσο μεγάλη που δεν δίνω ούτε σε αυτό σημασία. Θέλω να γράψω ότι η αποτυχία είναι απλά μία λέξη στην οποία μόνο αυτή η φάρα του ανθρώπου έχει δώσει υπόσταση και σημασία. Ότι αυτή η ίδια η φάρα η δική μας, των ανθρώπων, εμείς που είμαστε οι νοήμονες και που ξεχωρίζουμε με αυτόν τον τρόπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, θα έπρεπε να ζούμε δύο ζωές. Στην πρώτη να γνωρίσουμε και να μάθουμε να αποδεχόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό. Στη δεύτερη, να τον τοποθετήσουμε όπως και όπου αποφασίσουμε οι ίδιοι, όχι εκεί που θα μας σπρώχνει ηθελημένα ή μη ο στενός μας οικογενειακός κύκλος ή οι κοινωνικές ομάδες με τις οποίες συναναστρεφόμαστε ή οποιοσδήποτε άλλος. Θέλω να γράψω και για εκείνους τους ανθρώπους που έχουν παγιδευτεί μέσα σε αυτές τις αποφάσεις τους και που θεωρούν ότι επειδή οι ίδιοι επέλεξαν κάποτε να οδεύσουν σε ένα κάποιο μονοπάτι, δεν θα πρέπει ποτέ να ξεστρατίσουν από αυτό. Αν ξεκινήσω, θα γράφω μέχρι το 2020. Αντί αυτού θα κλείσω, θα ταϊσω τα σκυλιά μου και θα ανέβω να πιω μία μπύρα στο Νίκο.

Αχταρμάς.
Μόνο ένα ξέρω.
Όταν τα όνειρα ενός ανθρώπου καταλήγουν να γίνουν φυλακή του, τότε αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να πλαγιάσει αποβραδίς και το πρωί που θα ξυπνήσει να έχει φτιάξει καινούργια όνειρα.

posted by mindstripper @ 3/17/2019 07:21:00 pm  | 2 Comments | 

Monday, September 24, 2018

Η εποχή της εξοικείωσης

Καιρό τα μαζεύω.

Ήταν και η επέτειος της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα πριν από έξι μέρες. Πέντε χρόνια. Πότε πέρασαν πέντε χρόνια; Ούτε που το κατάλαβα. Η Μάγδα και ο Παναγιώτης όμως το καταλαβαίνουν κάθε μέρα - όλες όσες έχουν περάσει και όλες όσες έρχονται. Για πάντα. Μέχρι το τέλος.

Σαν εχθές κάηκε και το Μάτι. Δύο μήνες. Δύο μήνες; Μου φαίνεται σαν να έχει περάσει τουλάχιστον ένας χρόνος. Μου φαίνεται μακρινό πολύ το Μάτι. Δεν ισχύει το ίδιο όμως για τις οικογένειες αυτών που κάηκαν ζωντανοί, γι αυτούς ο χρόνος είναι ακίνητος. Ο θάνατος όταν έρχεται με έναν τρόπο τόσο τραγικό, καρφώνει την αόρατη πολυθρόνα του μπροστά σου και κάθεται εκεί, με τα μάτια του παγωμένα επάνω σου. Χωρίς να πεταρίζει καν τα βλέφαρά του, η ανάσα του να φτύνει στάχτη και να βρωμάει καμένη σάρκα. Εκεί. Για πάντα. Μέχρι το τέλος.

Έπειτα γίνεται κι αυτό με τον Ζακ Κωστόπουλο. Έχει πάει να κλέψει; Δεν έχει πάει να κλέψει; Ποιός το ξέρει. Αυτό που ξέρουν όλοι όμως είναι αυτό που η τηλεόραση δείχνει ασταμάτητα. Το ξυλοκόπημα ενός ανθρώπου ο οποίος ξεψυχά ξανά και ξανά και ξανά, κάθε φορά που οι γεμάτοι ζήλο δημοσιογράφοι προβάλλουν αυτές τις τελευταίες του τραγικές στιγμές, στολισμένες με λογιών λογιών χρωματιστές λεζάντες στο κάτω μέρος της οθόνης.

Δεν έχω προσέξει τη μουσική υπόκρουση που χρησιμοποιούν στο άγριο ξυλοκόπημα του Ζακ. Σε αντίθεση με το θανατικό στο Μάτι, εκεί στ΄αλήθεια ήταν μεγαλειώδης η μουσική, σχεδόν όσο και οι φωτογραφίες των ανθρώπων που έκλαιγαν περιστοιχισμένοι από την ομίχλη του θανάτου, αγκαλιασμένοι μέσα στη θάλασσα, με υγρές πετσέτες και μπλούζες μπροστά από τα πρόσωπά τους. Μία εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις άλλωστε. Γι αυτό και η συγκεκριμένη έκανε το γύρο του κόσμου και την έβλεπα μπροστά μου παντού. Κι επειδή την τηλεόραση την είχα κλειστή, φρόντιζαν μερικοί διαδικτυακοί φίλοι να την αναδημοσιεύουν κάθε τόσο, εκεί, ανάμεσα στους διαπληκτισμούς και τα βρισίδια που έπεφταν κάτω από τις δημοσιεύσεις, στα σχόλια. Και ειλικρινά, νομίζω πως αν μερικά από αυτά τα έβλεπαν οι δημοσιογράφοι που ανέφερα παραπάνω, πολύ ευχαρίστως θα τους έβαζαν ακόμα περισσότερα χρώματα - μα πόσο και γαμώ τις λεζάντες θα γίνονταν ορισμένα από αυτά, έτοιμο πράμα. Εντελώς.

Κι εγώ έχω καιρό που τα μαζεύω. Αυτό που με τρομάζει μεγαλώνοντας, περισσότερο κι από όλο το δημοσιογραφικό -στην πλειοψηφία του- καθημερινό φλέμα, περισσότερο κι από τον κάθε φασίστα Χρυσαυγίτη που έχει μπει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο ενώ έχει διαπράξει στυγνή δολοφονία στο όνομα της ιδεολογίας του, περισσότερο κι από τον κάθε θολωμένο "νοικοκύρη" που βαιοπραγεί κατά ενός συνανθρώπου του με τόσο μίσος σαν να του έχουν βιάσει και να του έχουν τεμαχίσει το παιδί, αυτό λοιπόν που μου τρομοκρατεί την ψυχή είναι όλη αυτή η ευκολία που έχει φυτρώσει παντού γύρω μου. Η ευκολία και η ταχύτητα και η απολυτοσύνη των υπολοίπων ανθρώπων να κρίνουν, να κατακρίνουν, να σηκώσουν το δάχτυλο, να διαλέξουν στρατόπεδο, να βρίσουν, να αναπαράγουν θάνατο μέσα από φωτογραφίες με το πάτημα ενός κουμπιού. Και η αναπαραγωγή του θανάτου δε γίνεται έτσι, τυχαία. Για να αναπαράγεις θάνατο πρέπει πρώτα να έχεις εξοικειωθεί με αυτόν. Όχι να τον έχεις βιώσει. Να έχεις εξοικειωθεί. Άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Οι γονείς του Παύλου του Φύσσα τον έχουν βιώσει. Οι άνθρωποι που ξυλοκόπησαν τον Ζακ Κωστόπουλο δεν τον έχουν βιώσει. Κάτι μου λέει όμως ότι παρα-ήταν εξοικειωμένοι μαζί του. Να, όπως εξοικειώθηκε πολύς κόσμος με τα καμένα άψυχα σώματα εκείνων των ανθρώπων στο Μάτι. Καμένα ποδήλατα. Κομματιασμένα παπούτσια. Βίντεο, φωτογραφίες, γκραντ μουσικές, κοντινά. Ένα τέτοιο πράγμα. Εξοικείωση.

Μόνο σε εμένα όλο αυτό φαίνεται τόσο τρομακτiκό; Μόνο εγώ πιστεύω ότι οι άνθρωποι σιγά σιγά έχουμε αρχίσει και χάνουμε την βασική μας υπόσταση και έχουμε σταματήσει να κατανοούμε τις συνέπειες των λόγων και κατ' επέκταση των μελλοντικών μας πράξεων; Μήπως παίρνω τα πράγματα πολύ σοβαρά; Μήπως έχει αρχίσει το μυαλό μου να σχηματίζει θεωρίες συνωμοσίας, όταν θεωρώ ότι η τηλεόραση έχει καταφέρει με χίλιους δυο τρόπους να αφαιρέσει με χειρουργική ακρίβεια από τα κεφάλια των περισσοτέρων θεατών τις έννοιες "αξιοπρέπεια" και "σεβασμό"; Κι ότι αυτό μέσω των social media, φαίνεται κάτι ώρες να παίρνει διαστάσεις αρρωστημένες, ότι μας μετατρέπει σε θεούς και κριτές, σε ενόρκους και δικαστές;

Κάποτε ο όρος "όχλος" απευθυνόταν σε μία πραγματική, φυσική μάζα ανθρώπων. Τώρα το συναντώ όλο και πιο συχνά μπροστά μου στην τηλεόραση και στο διαδίκτυο. 

Μπορεί να είναι το ότι μεγαλώνω και βλέπω σκιές στις γωνίες. Αλλά έτσι επιλέγω να συνεχίσω.
Καλύτερα με φανταστικές σκιές στις γωνίες, έτοιμη να το βάλω στα πόδια προκειμένου να σώσω την ψυχή μου, παρά με ένα περίστροφο στην τσέπη, το μάτι να γυαλίζει και το δάχτυλό μου να πιέζει προληπτικά τη σκανδάλη σε κάθε μου βήμα.
Χίλιες φορές καλύτερα.

posted by mindstripper @ 9/24/2018 11:52:00 pm  | 0 Comments | 

Monday, August 20, 2018

A thousand stories

posted by mindstripper @ 8/20/2018 11:35:00 am  | 0 Comments | 

Monday, June 25, 2018

Ένα για τους φίλους

Έχω περάσει τέλος πάντων αρκετά πράγματα στη ζωή μου. Δεν ειμαι δα και κανένας αδικημένος άνθρωπος, έχω ζήσει έντονα, έχω ζήσει αλλού, έχω ταξιδέψει, έχω φύγει, έχω γυρίσει, έχω ρισκάρει, έχω σπάσει τα μούτρα μου, έχω σηκωθεί, έχω χάσει, έχω κλάψει από λύπη, έχω κλάψει και από χαρά, έχω προδοθεί, έχω εξαπατηθεί, έχω υπάρξει τόσο ευτυχισμένη που αναρωτήθηκα τι έχω κάνει και η ζωή με αξίωσε και έζησα τέτοια ευτυχία. Κι ύστερα η ζωή μου το πήρε πίσω, όχι μια και δυο, πολλές φορές. Περπατιέται πολύ γρήγορα αυτή η ζωή και δεν προλαβαίνεις να ζητήσεις τα ρέστα, μόνο καταλαβαίνεις ότι ο χρόνος είναι νερό που τρέχει και τρέχεις κι εσύ μαζί του μπας και προλάβεις να τον αρπάξεις από κάνα μπατζάκι. Μεγαλώσαμε κιόλας, μερικών οι πλάτες έχουν αρχίσει και κυρτώνουν από τα βάρη, δεν είμαστε πια παιδια, η ανάσα μας αρχίζει κάτι ώρες και γίνεται πιο γρήγορη και πιο κοφτή, η δύσπνοια βρίσκεται στο κατώφλι και κρυφοκοιτάζει από την κλειδαρότρυπα. Πού και πού αισθάνομαι τα μάτια της κολλημένα πάνω μου κι εγώ. Πού και πού αρχίζω και μετρώ τις αναπνοές μου για να την ξεγελάσω.

Έχω γράψει κι άλλες φορές για τους φίλους. Δεν έχω γράψει όμως τόσες φορές για την τύχη μου την καλή, που ακόμη κι αν η ζωή το έχει φέρει και είμαι μακρυά από παλιούς αλλά όχι χαμένους φίλους, μου φέρνει στο δρόμο μου νέους. Μεγαλώνω, προσπαθώ να προστατεύω πλέον τον εαυτό μου από οποιεσδήποτε -και είναι πολλές— μη αλήθειες, παρατηρώ και βλέπω γύρω μου και δίπλα μου και μέσα στο σπίτι μου ακόμη, την υποκρισία και τη χειριστικότητα. Όμως, ακόμα και τώρα απορώ που ο δρόμος με οδηγεί σε αθρώπους που στις δύσκολες στιγμές είναι εκεί και που προσφέρουν βοήθεια χωρίς αυτή να τους έχει καν ζητηθεί, που κάποιες φορές σχεδόν την επιβάλλουν δίχως ίχνος προσμονής ανταλλάγματος.

Ετούτον τον καιρό νιώθω την ανάγκη να σηκώσω ψηλά το κεφάλι και να απευθύνω σε όλους τους φίλους μου ένα μεγάλο ευχαριστώ. Όχι μόνο για την βοήθειά τους που είναι πολύτιμη και ανεκτίμητη, αλλά πολύ περισσότερο για το χαμόγελο και την ψυχή τους, που στέκονται ακλόνητα δίπλα μου σε κάθε βήμα, μικρό ή μεγάλο. Χωρίς να το επιδιώκουν, διώχνουν κάθε τόσο όλα εκείνα τα σύννεφα που έχουν αρχίσει να φωλιάζουν μέσα στην σκέψη μου. Δεν μπορούν να καταλάβουν την δύναμη που μου μεταγγίζουν τόσο απλόχερα. Δεν μπορούν να συλλάβουν πόση συναισθηματική λύτρωση περιλαμβάνει η απλότητα της ανιδιοτέλειας που προσφέρουν.

Φίλοι. Της αγάπης πολιούχοι.

posted by mindstripper @ 6/25/2018 07:59:00 pm  | 2 Comments |