@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Friday, September 01, 2017

Το κουνούπι

Εκείνο το βράδυ, εν ώρα εργασίας ένα κουνούπι με στριφογύριζε σα δαιμονισμένο. Η Β. που καθόταν απέναντί μου με λοξοκοίταζε, αν έκανα κίνηση να το σκοτώσω ήξερα ότι εντάξει, η Β. δεν θα μου έκοβε την καλημέρα, αλλά θα συνέτριβα αυτόν τον ζεν θόλο που την καλύπτει και που την αγαπώ τόσο γι αυτό, κι ας μην της το έχω πει ποτέ, κι ας το ρίχνω συνήθως στο καλαμπούρι όταν αναφέρομαι στο συγκεκριμένο. Έχει μία πολύ ήρεμη στάση απέναντι στη ζωή η Β. Το κάθε πλάσμα θα φύγει όταν είναι να φύγει. Το κάθε πλάσμα, από το πολύ μικρό έως το πιο μεγάλο, έχει έναν προορισμό, είτε το ταξίδι πρός αυτόν είναι σύντομο είτε όχι.

"Αφού με τσιμπάει!" διαμαρτήθηκα κοιτώντας την που χαμογελούσε.
"Εμένα γιατί δεν με τσιμπάει;" με ρώτησε.

''Ελα μου ντε', σκέφτηκα.
Στιγμιαία, έφερα στο μυαλό μου το κουνούπι να συνθλίβεται από το βάρος της παλάμης μου και σταμάτησα για λίγο να μιλάω.

"Τί σκέφτεσαι;" με ρώτησε η Β.
"Σκέφτομαι πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζουμε τον θάνατο, εσύ κι εγώ", της απάντησα.
"Γιατί, εσύ πώς το αντιμετωπίζεις;"
"Εγώ τον θάνατο τον περιμένω κάθε μέρα. Στους αγαπημένους ανθρώπους, στα πράγματα, στις εποχές. Χωρίς να με γκρεμίζει, χωρίς να πενθώ γι αυτό. Ίσως λίγο να τα νοσταλγώ ενώ ακόμα τα έχω εκεί, μπροστά μου. Πράγμα που με κάνει να τα αγαπάω ακόμα περισσότερο, να τα κοιτάζω και να πλημμυρίζω από αγάπη δέκα, εκατό, χίλιες φορές περισσότερο. Μόνο έτσι μπορώ να είμαι προετοιμασμένη γι αυτό που θα έρθει κάποια στιγμή. Μόνο έτσι μπορώ να αντιμετωπίσω το τέλος."

Μακάβριο, θα μου πεις.
Ίσως.
Αλλά λειτουργεί.

Έχεις δοκιμάσει να ρίξεις μία στάλα μαύρο μέσα σε ένα οποιοδήποτε χρώμα; Ή μάλλον όχι, όχι... δεν είναι αυτό το σωστό. Είναι σαν να κλείνεις λίγο το πατζούρι από το παράθυρο. Όλα τα χρώματα στο δωμάτιο αλλάζουνε. Δεν αλλάζει η σύστασή τους. Αλλάζει η όψη τους. Και τότε τί είναι αληθινό; Αυτό που νομίζεις ότι βλέπεις εκείνη την ώρα ή αυτό που θα δεις ξανά όταν ξημερώσει; Ποιό είναι το μόνιμο; Ποιό είναι το κυρίαρχο; Ποιό είναι αυτό που είναι στ' αλήθεια παρόν, που δεν χωράει καμμία αμφισβήτηση και καμμία φιλοσοφία;

Θα σου πω εγώ.
Ο φόβος.
Ο φόβος για όλα αυτά που έγραψα μόλις τώρα. Ο φόβος του να μην γνωρίζεις.

Κι εδώ ξανάρχεται το κουνούπι μου. Το οποίο μπορώ να το σκοτώσω εκείνη τη στιγμή, αλλά μετά θα έρθει άλλο, κι ύστερα θα σκοτώσω κι αυτό και μετά θα έρθει κι άλλο, κι άλλο, και δε θα σταματάει, γιατί αυτό κάνει, αυτό είναι. Αν σπαταλάω το χρόνο μου να το σκοτώσω, τότε, ειλικρινά, για ποιόν λόγο μου έχει δοθεί αυτός ο χρόνος εξ' αρχής;

Κάποτε έβγαζα φωτογραφίες στις συναυλίες σαν την τρελή. Μετά κατάλαβα ότι μέσα από τον φακό έχανα τον ορίζοντα και τους υπόκωφους χορούς κρυμμένους στις μισοσκότεινες γωνιές. Τον ουρανό. Τα χαλίκια κάτω από τα πόδια μου. Το γρασίδι που μύριζε αλκοόλ και μουσική. Κατάλαβα ότι όλες οι εικόνες ήμουνα εγώ. Και σταμάτησα.

Εμένα ο φόβος μου είναι η μουσική που θα σταματήσει, το είδωλό μου σε έναν καθρέφτη που θα χορεύει ταγκό στον χορό της υποκρισίας, το παιδί που δεν θα ξανα-ξυπνήσει ποτέ, το σκυλί μου που μία μέρα θα σταματήσει να ανασαίνει, τα μάτια μου που θα τρέχουν πάνω από τις λέξεις χωρίς να τις διαβάζουν, τα χέρια μου που θα σταματήσουν να ανακατεύουν χώμα και νερό, ο πατέρας μου που έφυγε από εδώ χωρίς η ζωή να του προσφέρει ένα σοβαρό, μετρημένο σενάριο και όχι ένα σωρό γαμημένα στιγμιότυπά της.

Τον φόβο μου τον κοιτάζω βαθυά μέσα στα μούτρα κάθε μέρα που ξυπνάω. Αλλά δεν θα του δώσω την ικανοποίηση να πιστέψει ποτέ ότι με αιφνιδίασε.

Απλά θα συνεχίσω να βλέπω όσες συναυλίες μου απομένουν να δω χωρίς να βγάζω φωτογραφίες.

posted by mindstripper @ 9/01/2017 02:10:00 am  | 0 Comments |  Links to this post | 

Friday, June 30, 2017

Του κόκορα τ’ αυγό δε βγάζει περιστέρι.

Όλοι εμείς που αγαπάμε το χειροποίητο και που γουστάρουμε να στραβωνόμαστε και να παθαίνουμε αυχενικά και τενοντίτιδες πάνω από ένα κομμάτι πηλό ή από ένα πανί ή από ένα νήμα, μία κορδέλα, ένα σύρμα, μία χαντρούλα κίτρινη-κόκκινη-θαλασσιά, είμαστε - και το λέω αυτό με όλο το δέος και τον θαυμασμό που τρέφω προς αυτούς τους ανθρώπους - λίγο αυτιστικοί.

Ξεκινάει η μέρα, κάθε μέρα, και στο μυαλό μας τριγυρνάνε χρώματα και σχήματα και σχέδια και υφές. Γυρίζουμε το κεφάλι στα δεξιά και βλέπουμε μία κάλτσα πολύχρωμη και τη θαυμάζουμε σαν έργο τέχνης - κι αυτό γίνεται επειδή, απλούστατα, στ’ αλήθεια ρε συ αυτή η κάλτσα είναι ένα έργο τέχνης. Ύστερα γυρίζουμε το κεφάλι στα αριστερά και βλέπουμε ένα τελάρο που στο φόντο του κάτι δε μας πάει καλά, ένα σκίτσο που κάτι στραβοκάθεται στην προοπτική του. Θα φάμε τριάντα, σαράντα, εξήντα ώρες να το φέρουμε εκεί που μας υπαγορεύει ο τρελοκαμπερισμός μας. Ύστερα μέσα σε 5 λεπτά θα παραβούμε κάθε φραγμό και υποτιθέμενο κανόνα - και μία φορά στις σαράντα το ουφ και ο ατελείωτος πειραματισμός θα μεταμορφωθούν σε ένα διαμαντάκι που δημουργήθηκε από ένα καθαρό ατύχημα, το δικό μας ατύχημα ρε φίλε, εμάς των αυτιστικών.

Μπαίνουμε και στο pinterest φυσικά, εννοείται ότι μπαίνουμε στο pinterest και στα blogs και στο etsy και στο γιουβέτσι. Και κοιτάζουμε, και σημειώνουμε, και θαυμάζουμε, και ζηλεύουμε, και κάτι θα βουτήξουμε από τον έναν, και κάτι θα μας σβουρίξει η γκλάβα μας βλέποντας τον άλλον, και θα μιλάμε μόνοι μας με τον υπολογιστή λες και κάνουμε διάλογο με τον Γκάντι αυτοπροσώπως - άμα μας άπλωνε η οθόνη το ξερό της εκείνη τη στιγμή θα το χειροφιλούσαμε με ευλάβεια. Γιατί είναι ωραίο η τέχνη να μοιράζεται ρε φίλε, είναι υπέροχο πράμα αυτό που ο άλλος έχει βγάλει από τα σπλάχνα του μυαλού του να το βλέπεις εσύ και ξαφνικά το δωμάτιο να γεμίζει πυροτεχνήματα - και μετά να τρέχεις να τα προλάβεις και να τα μαζέψεις όλα μέσα σε ένα κουτί, σε έναν κανβά, σε λίγη σινική μελάνη, σε μία βελόνα και μία κλωστή. Είναι ωραίο ο αυτισμός του ενός να σκορπάει και να μπερδεύεται με τον αυτισμό των άλλων - δεν μπορείς να φανταστείς πόσων ειδών νέες αποχρώσεις δημιουργούνται στο σύμπαν.

Που και που βέβαια, σκάνε μύτη και τα κοκόρια τα ξιπασμένα, με τα λειριά τα κόκκινα, που δε μιλάνε σε κανένα, παρά μόνο για να πούνε πόσο όμορφα και κόκκινα είναι τα λειριά τους. Αρχίζουν να τσιμπολογούν στην αρχή κανα πυροτέχνημα από δω και κανένα από κει, ύστερα να ρίχνουν ένα σάλτο και να καβατζώνουνε -ντάξει μωρέ- και κανα ατόφιο κομμάτι στρακα-στρούκα (μικρό, μη φανταστείς), κι έπειτα να τα καταπίνουνε ολάκερα τα πυροτεχνήματα φιλαράκι, έτσι όπως σου το λέω ακριβώς, το έχω δει να γίνεται. Στο τέλος τα ξανα-φτύνουν και τα αμπαλάρουν σε πακετάκια φρέσκων αυγών, με σήμα εγγύησης και γνησιότητος (φυσικά) το κόκκινο και όμορφο και λαχταριστό λειρί τους.

Εμένα την αυτιστικιά που λες, μερικές φορές, δεν με ενοχλούν τόσο τα κοκόρια καθε αυτά, όσο τα λειριά τους που πάνε πέρα δώθε με τον άνεμο και κουνιούνται ασταμάτητα μέχρι να εντοπίσουν κανα πυροτέχνημα και να το καταπιούνε μονομιάς. Αλλά μετά τα λυπάμαι μωρέ… Γιατί σκέφτομαι… Δεν μπορείς να βάλεις έναν αυτιστικό και ένα κοκόρι μαζί στο ίδιο τραπέζι. Βασικά δεν μπορείς να τους βάλεις καν παρέα στην ίδια γειτονιά. Ο ένας θα ζωγραφίζει τους κύκλους του και θα χρωματίζει τ’ αστέρια στον μεσημεριανό ουρανό κι ο άλλος θα θαυμάζει το λειρί του στην κοντινότερη τζαμαρία.

Εμάς τους αυτιστικούς, μας αγαπάω επειδή έχουμε κώδικα. Σεβόμαστε. Υποκλινόμαστε. Παραδεχόμαστε. Ε, είμαστε και λίγο αλλοπρόσαλοι (ξέρω γω). Άντε και λίγο αλαφροϊσκιωτοι (ας πούμε). Ανήσυχοι και παρορμητικοί. Όμως, γνωρίζουμε και αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον. Μπορούμε να καθόμαστε και να μιλάμε για μία κάλτσα με πάθος και ενθουσιασμό για σαράντα λεπτά - και ύστερα, άμα είναι κι άνοιξη, να γυρίσουμε και να τραβήξουμε φωτογραφία με περισσότερο ακόμα ενθουσιασμό, τα κρεμασμένα στην απέναντι ταράτσα σώβρακα του γείτονα. Είμαι πολύ περήφανη που ανήκω σ’ αυτή την ομάδα των ανθρώπων. Γιατί ανάμεσα στα άλλα, έχουμε και μερικά (εντάξει, κάμποσα) καμμένα κύτταρα, τα οποία τα κάψαμε, τα καίμε και θα συνεχίσουμε να τα καίμε με την αξία μας και με τον ιδρώτα μας, επειδή έτσι μας γουστάρει. Και γιατί όπου και να είμαστε, όπου και να βρισκόμαστε, πάντα, μα πάντα, θα πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον.

Και τέλος πάντων, η αλήθεια είναι ότι ο μόνος κόκορας που συμπάθησα στη ζωή μου, ήταν ένας βραχνός, χοντρός και πολύχρωμος σαν το παγώνι που είχε η μάνα μου όταν πήγαινα σχολείο.

Έπεσε ένα μεσημέρι από τον τρίτο όροφο και τον φάγαμε κρασάτο.

posted by mindstripper @ 6/30/2017 12:53:00 am  | 2 Comments |  Links to this post | 

Monday, March 16, 2015

Άμα δεις τα παιδιά - Για τον Βαγγέλη

Να σου πω τί νομίζω εγώ για τα παιδιά. Αυτά τα ματάκια τα χαμογελαστά διαγράφουν επί τόπου τις χειρότερες έγνοιες. Το γέλιο τους είναι οι θρησκείες όλου του κόσμου. Το άγγιγμά τους ξεπερνά την αίσθηση της αγαλλίασης, αυτά τα χεράκια όταν σε αγκαλιάζουν περικλείουν μέσα τους όση ευτυχία έχεις ζήσει κι όση πρόκειται να ζήσεις. Τα παιδιά είναι καθαρά, είναι αγνά, είναι αθώα, είναι αυθόρμητα, είναι ανεπιτήδευτα. Αυτά είναι η Αρχή της Δημιουργίας. Αυτά είναι ο Θεός.

Να σου πω και κάτι άλλο για τα παιδιά. Τα παιδιά είναι πολύ σκληρά. Με τον ίδιο τρόπο που θα αγκαλιάσουν τον διπλανό τους στο σχολείο, θα πάρουν φόρα και θα τον σπρώξουν πάνω στον τοίχο να του ανοίξουν τη μύτη. Θα κοροϊδέψουν, θα δείξουν με το δάχτυλο καθώς παράλληλα θα φωνάζουν "χοντρέ", "βρωμιάρη", "ασχημομούρα", "αδερφή", "πούστη", "Αλβανέ", θα βρίσουν, θα χτυπήσουν, θα μαζευτούν σε ομάδες, θα ντυθούνε αρχηγοί και θα βαφτίσουν τους ακόλουθούς τους, θα μάθουν να κακοποιούν με κάθε τρόπο την μειοψηφία, θα ασκήσουν βία. Τα παιδιά ξεχειλίζουν από περιφρόνηση, είναι υπερόπτες, είναι αλαζόνες, είναι απαθείς δικαστές, είναι ανήλεοι τιμωροί. Τα παιδιά δεν είναι μόνο ο Θεός. Είναι και ο Διάβολος.

Και να φτάσω και στο άλλο που ακόμα έχω να σου πω για τα παιδιά. Τα παιδιά είναι άνω ορίων. Πάντα ήταν. Και θα συνεχίσουν να είναι. Γιατί είναι η έλλειψη ορίων σε ένα παιδί που το κάνει τόσο χαρούμενο, τόσο παιχνιδιάρικο, τόσο χαριτωμένο. Η έλλειψη ορίων είναι αυτή που θα το κάνει τόσο βίαιο, τόσο επιθετικό, τόσο αιμοσταγές.

Υπάρχει μία γαμημένη λεπτή γραμμή ανάμεσα στα δύο παραπάνω κι αυτή δεν είναι ο νόμος, ούτε οι κυρώσεις, ούτε οποιαδήποτε μορφή τιμωρίας. Έχει ένα όνομα αυτή η γραμμή. "Γονιός". Έχει κι άλλο. "Κηδεμόνας".

Δεν είναι καινούργιο το bullying φίλε μου. Δεν γίναμε όλοι Γαλιλαίοι και το ανακαλύψαμε τα τελευταία χρόνια. Πάντα υπήρχε και θα συνεχίσει να υπάρχει. Αυτό που αρχίζει να εκλείπει είναι ο άνθρωπος που όταν το νήπιο παιδί του του αναφέρει ότι στο σχολείο φώναξε "χοντρή" την Αναστασία, θα το πάρει από το χέρι και θα του εξηγήσει ότι "δεν είναι καλό αγάπη μου να κοροϊδεύουμε τους άλλους, όπως κι εμείς δεν θέλουμε να κοροϊδεύουν εμάς".

- Ακόμα και τον Αργύρη, που σκαλίζει τη μύτη του και τρώει τα κακάδια του μπαμπά;
- Ακόμα κι αυτόν αγάπη μου.
- Κι αφού τον κοροϊδεύουν όλα τα παιδιά στην τάξη!
- Δεν πειράζει αγάπη μου. Μάλλον, δεν έχουν μάθει ακόμα τα παιδιά αυτά ότι δεν είναι καλό να κοροϊδεύουμε τους άλλους. Θα το μάθουν κάποια στιγμή.

Μπορεί και να μην το μάθουν ποτέ. Μπορεί οι γονείς αυτών των παιδιών να ακούσουν ότι ο Αργύρης τρώει τα κακάδια του και να σχολιάσουν με αηδία, μπορεί να βάλουν τα γέλια και να τελειώσουν τη συζήτηση με ένα "Άντε μωρέ τον βλάκα, μη δίνεις σημασία." Μόλις έβαλαν ένα μικρό λιθαράκι στη μορφοποίηση ενός μικρού Θεού σε Διάβολο.

Σου φαίνεται υπερβολή μήπως; Ίσως μετά από 3-4 χρόνια σου φανεί επίσης υπερβολή όταν πληροφορηθείς ότι το σπλάχνο σου έχει γίνει ο master-chief στο bullying της τάξης του. Έχει μεγάλη ευθύνη ο γονιός, έχει μεγάλο μερίδιο ο κηδεμόνας. Αυτός και κανένας άλλος. Σε λάθος ανθρώπους αύριο-μεθαύριο θα ψάχνουμε -και ψάχνουμε- να επιρρίψουμε την παραδειγματική τιμωρία.

Αλλά το κακό όταν γίνεται, δεν ξε-γίνεται κι αυτό κανείς και τίποτα δεν το αλλάζει.
Αυτά τα ματάκια σου θα τα βλέπω για πολύ ακόμα καιρό μπροστά μου.
Καλή αντάμωση Βαγγέλη.

posted by mindstripper @ 3/16/2015 10:21:00 pm  | 3 Comments |  Links to this post | 

Saturday, September 21, 2013

Ανοιχτή επιστολή / το μαχαίρι μου το λένε Χρυσή Αυγή

Προσπαθώ να αισθανθώ το μίσος που αισθάνεσαι Χρυσαυγίτη, απέναντι στον ξένο, που έχει έρθει στη χώρα σου και σου παίρνει τις δουλειές μέσα από τα χέρια, που του πληρώνεις το φαϊ και το νερό όταν κλέβει τη γιαγιούλα μπρστά στο σταθμό ηλεκτρικού των Κάτω Πατησίων και μπαίνει στη φυλάκα, όταν σκοτώνει για μία βιντεοκάμερα τον μέλλοντα πατέρα και άντρα της εγκύου την ώρα που έχουν σπάσει τα νερά της και τρέχει στο μαιευτήριο ήδη χήρα. Προσπαθώ να φανταστώ τη δίψα για αίμα, το θόλωμα του είναι σου, όταν βλέπεις έναν Πακιστανό να πουλάει ρολόγια και φουλάρια στην Βικτωρίας. Σε βλέπω μπροστά μου, να κάθεσαι με τη γυναίκα και το παιδί σου και να κουβεντιάζεις με τα φιλαράκια σου στο τραπέζι του σαλονιού σου για το πώς έχουνε καταντήσει έτσι τα Ελληνικά σχολεία - "τίγκα στα Αλβανάκια, γεμάτα βρώμα και αρρώστειες." Όχι, λάθος, σόρι σόρι τα μπέρδεψα, αυτή ήταν η γυναίκα του ξαδέρφου μου. Επανέρχομαι σε σένα Χρυσαυγίτη, που φτιάχνεις το σπίτι σου με αγάπη και όνειρα και πίστη στην πατρίδα, το γεμίζεις με Ελληνικές σημαίες, προτομές και μαιάνδρους, και το κρατάς καθαρό και νοικοκυρεμένο με την Μπίσερκα τη Βουλγάρα που έρχεται κάθε απόγευμα να σου συγυρίσει. Αλλά πάλι τα μπέρδεψα ρε φίλε, αυτός ήταν ο Θοδωρής, ο παλιός μου ο συνάδελφος. Ή ήτανε η Βίβιαν που δε γουστάρει να νοικιάζει τα διαμερίσματά της σε ξένους, αλλά τα χωράφια της τα οργώνουν κάτι Ρωσοπόντιοι; Δε θυμάμαι ρε γαμώτο, θα βγω εντελώς εκτός θέματος έτσι όπως πάω.

Χθες και προχθές είχα μεγάλο μίσος μέσα μου για σένα ρε Χρυσαυγίτη. Να στο πω κι αλλιώς. Σκέψου ότι δεν έχω το θάρρος να δω μία ταινία όπως το Alien, επειδή δεν αντέχω τη βία. Κλαίγομαι σα γκομενάκι μαλακισμένο που χαϊδεύεται με τις φοβίες του κάθε φορά. Όμως το δικό σου το κεφάλι, θα το έβλεπα με μεγάλη μου ευχαρίστηση να συνθλίβεται στην άσφαλτο, με τα μυαλά να χύνονται στο πεζοδρόμιο και τη μάπα σου να μεταμορφώνεται σε μία μάζα πιο άχρηστη και συχαμερή κι από αυτήν του εγκεφάλου σου. Λογω τιμής, σου ορκίζομαι στη σημαία του Κολοκοτρώνη. Σου μιλάω για μίσος, όχι αστεία. Ξέρεις, σαν κι αυτό που σ' έκανε να σφάξεις τον Παύλο τον Φύσσα ρε, αυτό το κωλοπαίδι που σ' έγραφε στα παπάρια του και σ' έκραζε σε Κερατσίνι και Νίκαια που πουλάς το νταβατζιλίκι σου τα βράδυα, και στα σαλόνια της Βουλής που αράζεις και πίνεις το καφεδάκι σου τα μεσημέρια. Έλληνας ήταν αυτός; Αυτός ήταν χειρότερος κι από Ρουμάνο ρε φίλε... Σε καταλαβαίνω.

Σε καταλαβαίνω γιατί δεν πάω να ψηφίσω κάθε φορά. Είμαι αντιρησίας συνείδησης. Σε καταλαβαίνω γιατί το παιδί μου θα το στείλω σε ιδιωτικό σχολείο, μακρυά από τη βρώμα και τη δυσωδία των ξένων που μολύνουν το χώμα που πατάω. Σε καταλαβαίνω γιατί όταν θα βγω για καφέ και θα δω την παρέα σου να κάθεται στο διπλανό τραπέζι, δε θα σε κοιτάξω μέσα στα μάτια, θα κάνω ότι δε σε είδα, θα πληρώσω τον καφέ μου και θα φύγω σαν κυρία, να πάω σπίτι μου και να δω το δελτίο ειδήσεων που θα δείχνει το Βενιζέλο και το Σαμαρά να κράζουν την ιδεολογία και τις πεποιθήσεις σου. Σε καταλαβαίνω γιατί όταν έρχεται εκείνη η στιγμή, εγώ γυρίζω το κεφάλι από την άλλη, όταν ακούω τον φίλο και συγγενή μου να βάλλεται κατά εσού αλλά υπέρ της πολυφωνίας στη Βουλή, δεν ανοίγω την τρύπα που μου έδωσε η φύση για στόμα να μιλήσω, να πάρω θέση, να ξεκαθαρίσω την ταυτότητά μου. Σε καταλαβαίνω γιατί δε με λένε Παύλο Φύσσα, να τιμάω τους γονείς, τη γειτονιά και τους φίλους που με γαλούχησαν ρε μαλάκα. Σε καταλαβαίνω.

Δεν μισώ εσένα πια γιατί δε φταις εσύ, ποτέ δεν έφταιγες. Φταίω εγώ, φταίει η μάνα μου, φταίει ο πατέρας μου, φταίει ο διπλανός μου. Κι επειδή φταίμε, αξίζουμε και να πληρώσουμε. Αξίζουμε όλα όσα έχουν έρθει κι όσα είναι να έρθουν. Αξίζουμε τον φόβο που μεγαλώνει κάθε μέρα μέσα μας, αξίζουμε και τη λεηλάτηση της εθνικής μας ταυτότητας, αν και αυτή την έχουμε ξεπουλήσει πολύ καιρό πριν, τώρα είναι η δική μας η σειρά να ξεπουληθούμε, ο καθένας μόνος του, ένας-ένας, ξεχωριστά - αξίζουμε να μας σφάξεις και τα δικά μας τα παιδιά.

Σήμερα μισώ εμένα ρε σύχαμα του κόσμου Χρυσαυγίτη. Γιατί εγώ είμαι η αιτία που σκότωσες τον Παύλο Φύσσα. Αν νομίζεις ότι αυτό είναι δικό σου κατόρθωμα και το κοκορεύεσαι, είσαι πιο νωθρός κι από γελάδι. Είσαι ένα φυτό, ένα εμετικό δικό μου κατασκεύασμα, εσύ και το μαχαίρι σου, εγώ στο έβαλα στο χέρι, δικό μου ήτανε αυτό το μαχαίρι.

Κι η μέρα που θα τελειώσεις, είναι εκείνη η γαμημένη μέρα που θα το καταλάβω και θα το στρέψω στον εαυτό μου.

posted by mindstripper @ 9/21/2013 01:06:00 am  | 12 Comments |  Links to this post | 

Thursday, December 06, 2012

Epilogue

9:30 το πρωί. Κλείνω το μαγαζί για 3 λεπτά και πετάγομαι να πάρω μία τυρόπιτα από το φούρνο και καπνό από το περίπτερο. Ανάβω και το καλοριφέρ, γέμισα τον καυστήρα από πέρσι ευτυχώς, θα κάψω αυτό και ύστερα θα δω πώς θα τα βγάλω πέρα για φέτος.

Η ζωή εδώ είναι εύκολη, η προσαρμογή ομαλή. Είμαι κι εγώ άνθρωπος ανήσυχος, το παραδέχομαι πια, κάποτε μου κακοφαινόταν όταν μου το έλεγαν κάποιοι. Κοιτάζω γύρω μου, βλέπω πόσα πράγματα κατάφερα να φτιάξω σε έναν χρόνο, και είμαι ικανοποιημένη από τον εαυτό μου. Όχι από αυτά που είναι να γίνουν ακόμα και που δεν τελειώνουν ποτέ, αλλά από τον εαυτό μου. Όταν ένας άνθρωπος έχει φάει σκατά με το κουτάλι, δε φοβάται τις μικρές λακούβες, ούτε τις μεγάλες ανηφόρες, ούτε τα δυσπρόσιτα βουνά. Φοβάται μόνο το γκρεμό.

Ξέρεις, αυτό που λένε ότι δεν εκτιμάς κάτι παρά μόνο αν το χάσεις, το εφαρμόζω από μικρή ηλικία. Έτσι πίστευα μέχρι και πολύ πρόσφατα. Ένα καινούργιο όμως που έχω ανακαλύψει τώρα, καθώς έχω ίσως περάσει ηλικιακά τα μισά της ζωής που μου έχει δοθεί, είναι να ξεδιαλέγω τους λόγους που θα πονέσω όταν χάσω κάτι που πρότερα ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Πρόσφατα, πικράθηκα πολύ από φίλη αδερφική. Πικράθηκα πολύ από μία συμπεριφορά που είχε συνέχεια για πολλούς μήνες για έναν ασήμαντο λόγο, ουσιαστικά λόγω εγωισμού και μόνο, μέχρι που στο τέλος έμαθα ότι είχε έρθει και στη γειτονιά μου χωρίς να μου χτυπήσει την πόρτα να μου πει ένα γεια. Φίλη αδερφική. Στεναχωρέθηκα πάρα πολύ, το έφερνα ξανά και ξανά στο μυαλό μου, δεν μπορούσα να το καταπιώ. Πέρασε όμως ο χρόνος, και ήρθε η λογική να βάλει στη θέση τους τα διάσπαρτα κομμάτια. Φίλος είναι αυτός που μοιράζεσαι μαζί του πιο πολύ από τα μεγάλα, τα μικρά, τα απειροελάχιστά, τα καθημερινά και τα τετριμένα. Όταν αυτό πάψει να υφίσταται, τότε η σχέση δεν ονομάζεται φιλία, δεν ξέρω πώς ονομάζεται και δεν με νοιάζει να της βρω και κάποιον χαρακτηρισμό αυτή τη στιγμή. Είναι το γυαλί που έχει ραγίσει. Και καθώς μεγαλώνω, όλο και αδιαφορώ να προσπαθώ να κολλήσω τα σπασμένα του καθενός. Ήρεμα και συνειδητοποιημένα. Χωρίς κακία ή εκδικητικότητα. Μόνο με θλίψη αρκετή για συντροφιά.

Εδώ που ήρθα, ήμουν πολύ τυχερή στο να βρω μέσα σε πολύ λίγο χρόνο τις οδούς και τα μέσα να κάνω όλα αυτά που αγαπάω και που έκανα και στην Αθήνα. Βρήκα και επαγγελματίες με τους οποίους ξεκίνησα πάρε-δώσε και που φίλους δεν τους λέω, αλλά που έχουν βοηθήσει και βοηθούν όταν τους το ζητάω, χωρίς αντάλλαγμα τις περισσότερες φορές. Kαι ναι μεν δεν τους βλέπω συχνά, αλλά όταν τους βλέπω ένα κομμάτι μέσα μου χαμογελάει, ένας καφές είναι κερασμένος, και η μέρα γεμίζει με ήλιο ακόμα κι αν έξω ρίχνει χαλάζι. Βρήκα και ορισμένους ανθρώπους που δουλεύουν σε δημόσιες υπηρεσίες που με βοήθησαν κι εκείνοι με τη γραφειοκρατία, με μάτια ευγενικά και φωνή όχι σκληρή και άκαμπτη, κατάφερα να βάλω ρολόγια νερού στο πατρικό της μάνας μου, έφτιαξα και το μαγαζί. Έφτιαξα και το σπίτι, η εξώπορτα δεν έκλεινε όταν ήρθα, τα θυροτηλέφωνα δε λειτουργούσαν, έμπαινες στην αυλή και έπρεπε να προσέχεις μη σου βγει το μάτι από τα κλαδιά που είχαν σκορπίσει προς όλες τις κατευθύνσεις.

Έτσι πέρασε ένας χρόνος, με τον πατέρα στο τηλέφωνο να με καθοδηγεί για τις κακοτοπιές και τη χαρτούρα, και να ανησυχεί γιατί "όλα αυτά τα πράγματα είναι πολλά για μία γυναίκα μόνη της". Μιλώντας βρίσκαμε λύσεις, με ρώταγε πάντα αν είχα λεφτά να πληρώσω το ΤΕΒΕ και τα χαράτσια, του έλεγα ότι έχω και τα τυχερά από το dj-λίκι που με βοηθάνε να τα βγάλω πέρα, μου έλεγε "πόσες δουλειές θα κάνεις παιδάκι μου", του έλεγα "δεν είναι έτσι πατέρα, αυτά που κάνω τα κάνω γιατί τ' αγαπάω και τα ευχαριστιέμαι". Ύστερα το γυρνούσαμε στη φιλοσοφία και του εξηγούσα ότι στόχος μου σ' αυτή τη ζωή είναι όταν έρθει η ώρα να φύγω, να φύγω με όσα λιγότερα απωθημένα γίνεται.

"Ναι, αλλά κουράζεσαι."
"Και στην Αθήνα κουραζόμουνα ρε μπαμπά. Κι εκεί δούλευα για του ενός και του άλλου τα εξοχικά. Τουλάχιστον εδώ, παίρνω το μεροκάματο και πάω και το τρώω σουβλάκια και μπύρες στην υγειά μου, πληρώνω τη βενζίνη μου για να πάω βόλτα με το σκυλί μου στο βουνό, πίνω και έναν καφέ στη θάλασσα κι άμα αργήσω 20 λεπτά να ανοίξω το μαγαζί δεν λογοδοτώ σε κανέναν."

Ο πατέρας έκανε μία παύση κι έλεγε "Δίκιο έχεις κορίτσι μου."

Ο πατέρας μου ήτανε πάντα το στήριγμά μου στα παράλογα του κόσμου και της ίδιας μου της οικογένειας. Ήταν εκείνος που στο τέλος της ημέρας θα με έπαιρνε τηλέφωνο κι αφού μου διηγούταν πώς πέρασε την ημέρα του, ύστερα θα ρωτούσε πως είχα περάσει εγώ τη δική μου. Καμμιά φορά θα με έπαιρνε τηλέφωνο έτσι, για να ρίξουμε και κανένα καλαμπούρι.

"Τί έγινε ρε κόρη;"
"Καλά ρε μπαμπά, εσείς τί κάνετε;"
"Τί να κάνουμε. Σήμερα έκλεισα 45 χρόνια γάμου με τη μάνα σου."
"Περαστικά πατέρα."
"Ευχαριστώ παιδί μου."

Τον πατέρα μου τον έχασα ξημερώματα τριακοστής πρώτης Οκτωβρίου. Και τον μεγάλο λόγο που έχω πει, ότι ήμουν πάντα γνώστης αυτού που είχα στα χέρια μου για όσο καιρό το είχα, τον παίρνω πίσω κάθε μέρα. Ήταν μία σάπια πατάτα, ήτανε πεταμένες λέξεις μέσα στο μυαλό μου. Στεναχωριόμουν για φίλους που περνούσαν από τη γειτονιά μου και δεν μου έλεγαν μία καλημέρα, σκόνταφτα στις λακουβίτσες και αγκομαχούσα στις ανηφόρες. Και ξαφνικά ξημέρωσε η μέρα που έπεσα στο γκρεμό.

Η μάνα μου πάντα έλεγε πώς δεν υπάρχουνε φίλοι. Όταν ήμουν μικρότερη, λογομαχούσαμε πολύ συχνά γι αυτό. Καθώς μεγάλωνα, είχα αρχίσει υποσυνείδητα να αναθεωρώ. Τώρα όμως ξέρω ότι εκείνη είχε λάθος κι εγώ δίκιο.

Γιατί ο πατέρας μου ήτανε στ' αλήθεια ο καλύτερός μου φίλος από τότε που μπορώ να θυμηθώ τί χρώμα έχει ο ουρανός.

posted by mindstripper @ 12/06/2012 06:41:00 pm Links to this post | 

Saturday, November 19, 2011

Ανέστης

Ήτανε μέρα ηλιόλουστη. 4 Οκτώβρη. Κάποια δουλειά ακυρώθηκε και με την ελευθερία προγραμματισμού που μου παρέχει η εδώ ζωή σε σχέση με την Αθήνα, μπήκα στο αυτοκίνητο και αντί να πάρω το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι πήρα τον αντίθετο, προς τα πάνω. Προς τα βουνά. 5 λεπτά οδήγηση για να βγεις στο δάσος. Πες ότι βγήκες να πάρεις τσιγάρα.

Ανεβαίνοντας στα μέρη που κάποτε πιτσιρίκια οι καθηγητές στο Γυμνάσιο μας πήγαιναν εκδρομή, είδα στο τέλος του ασφαλτοστρωμένου δρόμου να ξανοίγεται μεγάλος χωματόδρομος. "Μπα", σκέφτηκα, "τούτο είναι καινούργιο". Κατέβασα ταχύτητα, μπήκα μέσα, συνέχισα να οδηγώ σαν τη χελώνα. Το βουνό στ' αριστερά μου. Δεξιά μου η πόλη, πιο πέρα ο κάμπος, ακόμα πιο πέρα το μπλε της θάλασσας. Σε μερικά σημεία ο δρόμος είχε μεγάλες προεξοχές κι έτσι πήρα την απόφαση να σταματήσω σε μία απ' αυτές, να κάτσω λίγο να λιαστώ και να χαζέψω τη θέα. Από κει πάνω φαινότανε και το γήπεδο και άκουγα τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν ποδόσφαιρο ν' ανηφορίζουν το βουνό σαν να ήταν όλοι δίπλα μου. Χαμόγελο. Μνήμες. Και ζέστη από τον ήλιο στο πρόσωπό μου. Στιγμές φάρμακο.

Ξαφνικά άκουσα κλάμα ζώου. Τρόμαξα, κοίταξα γύρω μου ερευνητικά. Πίσω μου καμμιά δεκαριά μέτρα δρόμος, ακόμα πιο πίσω ψηλά βράχια κι από πάνω το δάσος. Ένα αγροτικό κατέβαινε το δρόμο, το πρώτο αυτοκίνητο που έβλεπα εδώ και πολύ ώρα μπροστά μου. Ο οδηγός με κοίταξε περίεργα. Δεν έδωσα σημασία καθώς άκουσα το κλάμα να αντηχεί ακόμα πιο δυνατό. "Παναγιά μου, πάτησα κάποια γάτα", η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό. Γονάτισα επί τόπου, άρχισα να γυροφέρνω το αυτοκίνητο, πήγα πρώτα από το πλάι, ύστερα από την πίσω μεριά, το αγροτικό είχε προσπεράσει και επικρατούσε πλέον ησυχία μα εγώ δεν έβλεπα τίποτα. Κάπως ησύχασα. "Όχι, δεν πάτησα τίποτα". Σηκώθηκα, τίναξα το παντελόνι μου από τα χώματα. Ευθύς αμέσως άκουσα ξανά το ουρλιαχτό ακόμα πιο δυνατό αλλά αυτή τη φορά κατάλαβα ότι δεν ακουγόταν από δίπλα μου, αλλά προερχόταν από πίσω μου, πέρα από το δρόμο, πάνω στο βουνό.

Γύρισα και κοίταξα ψηλά, είδα μία μαύρη βούλα να χοροπηδάει μέσα στα ξερόχορτα και τις στοίβες από τα ξερά κλαδιά, εκεί πάνω στην αρχή του δάσους. Έτρεχε από τη μία μεριά στην άλλη στην ακριά των βράχων, έκλαιγε με όλη του τη δύναμη και σαν με πήρε χαμπάρι ότι είχα στρέψει την προσοχή μου πάνω του σταμάτησε και σήκωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό, ουρλιάζοντας σα δαιμονισμένο. Ήταν ένα τόσο δα μικρό σκυλάκι. Τά 'χασα, δεν ήξερα τί να κάνω.

Πέρασα απέναντι, πήγα κάτω από τους βράχους, άρχισα να ψάχνω πέρασμα να σκαρφαλώσω πάνω. Το ζωντανό έκλαιγε ασταμάτητα κι έκανε γύρους πάνω από το κεφάλι μου. "Σταμάτα ντε, έρχομαι." Τα βράχια ήτανε ψηλά, πάνω από 3-4 μέτρα. Κάπου άρχισα να το προσπαθώ, ύστερα πισωπάτησα. "Θα γκρεμοτσακιστείς μωρή με τις μαγκιές σου, σκέψου άλλον τρόπο, δεν πήγε το ζωντανό εκεί πάνω μόνο του, πρέπει να υπάρχει πρόσβαση κι από άλλη μεριά." Θυμήθηκα πως ανεβαίνοντας είχα δει μία ανηφόρα στ' αριστερά μου κι αυτή χωμάτινη. Μπήκα στ' αυτοκίνητο, το ζώο έκλαιγε και ούρλιαζε μαζί, του φώναξα δυνατά "Περίμενε, έρχομαι, σταμάτα να φωνάζεις." Λες και θα με καταλάβαινε. Έβαλα μπρος κι έφυγα.

Ανέβηκα λοιπόν στην πίσω μεριά, βρήκα ένα ξέφωτο, με δρομάκια να ξεκινάνε προς όλες τις μεριές, δρομάκια που αυτοκίνητο δεν έβαζες μέσα εκτός κι αν ήθελες την επόμενη μέρα να το πας για απόσυρση. Προσανατολίστηκα νοητά, μπήκα μέσα στο δάσος, στ' αριστερά μου είδα καμμιά εικοσαριά μελίσσια στη σειρά, σαν τη χαζή έσκυψα το κεφάλι προς τα κάτω και απέφυγα την οπτική επαφή, συνέχισα την πορεία μου με γοργό βήμα εκεί που υπέθετα ότι θα έβρισκα το ζωντανό, στο τέλος του δάσους. Άρχισα να σφυρίζω και να το καλώ κοντά μου, περίμενα ν' ακούσω κάποιο κλάμα ξανά ώστε να ξέρω ότι πήγαινα προς τη σωστή κατεύθυνση. Τίποτα. Εκεί που σκεφτόμουν ότι χάθηκα, διέκρινα μέσα στο φώς που ερχόταν από την άκρη του δάσους τις στοίβες με τα ξερά κλαδιά. Ήμουν στο σωστό δρόμο αλλά δεν άκουγα καμμία απάντηση στις φωνές μου. Περίεργο.

Είχα φτάσει σχεδόν στην άκρη όταν είδα ένα μικροσκοπικό κουτάβι να κατευθύνεται με γοργά βήματα προς τα πάνω μου με τα αυτιά κατεβασμένα και τα μάτια του να κοιτάνε απ' ευθείας μέσα στα δικά μου. Έσκυψα, το μάζεψα και το φάσκιωσα σε ένα αδιάβροχο που είχα πάρει μαζί μου. Το πήρα αγκαλιά, μαζεύτηκε κουλούρι, άρχισε να μουγκρίζει από ευχαρίστηση, δεν γάβγισε, δεν έκλαψε, δεν έκανε κιχ, μόνο μούγκριζε όλη την ώρα, η κοιλίτσα του πρησμένη τούμπανο κι αυτό μια σταλιά πλασματάκι που αφέθηκε σε ένα ζευγάρι άγνωστα ανθρώπινα χέρια να το περιμαζέψουν από τη μέση του πουθενά.

Στο αυτοκίνητο δεν έβγαλε τσιμουδιά. Έφτασα στο σπίτι, τον πήρα στα χέρια, τον πήγα στην κτηνίατρο που είναι δύο τετράγωνα πιο δίπλα. "Το έχουν παρατημένο, του έχουν κόψει και τα μουστάκια για να μη βρει το δρόμο πίσω, κοίταξε..." μου είπε η κοπέλα και μου έδειξε τη μουσούδα του. "Είναι δεν είναι ενός μηνών. Η κοιλίτσα του είναι πρησμένη απο ασιτία", συμπλήρωσε. Μου έδωσε τροφή, κάτι αντιπαρασιτικά, άρχισα να σκέφτομαι ότι εδώ έπρεπε πλέον να πάρω απόφαση. Αυτό που ξέρω τώρα, καθώς φέρνω όλ' αυτά πάλι στο νου μου, είναι ότι την απόφαση την είχα ήδη πάρει τη στιγμή που το είδα να με πλησιάζει τρέχοντας βουβό προς το μέρος μου μέσα στο δάσος, με τα ματάκια του να με κοιτούν κατάματα. Θα το κρατούσα. Κι έτσι, για πρώτη φορά στη ζωή μου και μετά από τόσα χρόνια που απέφευγα να πάρω έναν σκύλο, λόγω ακαταστασίας ωραρίου και ελλείψεως εξωτερικών χώρων, την πάτησα μεγαλοπρεπέστατα. Είναι αυτό που παθαίνεις μερικές φορές, που όσο περισσότερο αποφεύγεις κάτι στη ζωή σου παρ' ότι το αγαπάς, αυτό τελικά έρχεται και σε βρίσκει από μόνο του.

Ο Ανέστης κοντεύει τριών μηνών και θεριεύει μέρα με τη μέρα. Είναι τώρα εδώ δίπλα μου και ροχαλίζει κανονικότατα. Όταν τον παίρνω αγκαλιά και τον χαϊδεύω εξακολουθεί να μουγκρίζει. Του αρέσει να κάθεται μπροστά στη θερμάστρα, να κολάει τη μύτη του μερικές φορές πάνω, να ψιλο-καίγεται και να κλαίει χαμηλόφωνα. Του αρέσουν και οι βόλτες με το αυτοκίνητο. Συνήθως πάμε τις βόλτες μας στο βουνό παρέα και μετά κάθεται στη θέση του συνοδηγού και ρίχνει ξεγυρισμένους ύπνους μέχρι να τελειώσω τα ψώνια μου από το σουπερ μάρκετ. Αγαπάει πολύ τους ανθρώπους και φοβάται να κατεβαίνει τα σκαλιά. Πολλές φορές, κάθεται στα δύο μέτρα μακρυά μου, εκεί που πλένω τα πιάτα στην κουζίνα και με κοιτάει με τις αυτάρες του ψηλά μέχρι να τελειώσω και να επιστρέψουμε αυτός στο μαξιλάρι του κι εγώ στον υπολογιστή παραδίπλα.

Κι όπως μου είπε κάποιος φίλος, τελικά δεν ξέρουμε και -συμπληρώνω κι εγώ- δεν θα μάθουμε ποτέ, ποιός από τους δυο μας ήταν ο πιο τυχερός εκείνη την ημέρα που τον βρήκα στο δάσος: εκείνος ή εγώ.

posted by mindstripper @ 11/19/2011 01:13:00 pm  | 17 Comments |  Links to this post |