@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Monday, September 24, 2018

Η εποχή της εξοικείωσης

Καιρό τα μαζεύω.

Ήταν και η επέτειος της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα πριν από έξι μέρες. Πέντε χρόνια. Πότε πέρασαν πέντε χρόνια; Ούτε που το κατάλαβα. Η Μάγδα και ο Παναγιώτης όμως το καταλαβαίνουν κάθε μέρα - όλες όσες έχουν περάσει και όλες όσες έρχονται. Για πάντα. Μέχρι το τέλος.

Σαν εχθές κάηκε και το Μάτι. Δύο μήνες. Δύο μήνες; Μου φαίνεται σαν να έχει περάσει τουλάχιστον ένας χρόνος. Μου φαίνεται μακρινό πολύ το Μάτι. Δεν ισχύει το ίδιο όμως για τις οικογένειες αυτών που κάηκαν ζωντανοί, γι αυτούς ο χρόνος είναι ακίνητος. Ο θάνατος όταν έρχεται με έναν τρόπο τόσο τραγικό, καρφώνει την αόρατη πολυθρόνα του μπροστά σου και κάθεται εκεί, με τα μάτια του παγωμένα επάνω σου. Χωρίς να πεταρίζει καν τα βλέφαρά του, η ανάσα του να φτύνει στάχτη και να βρωμάει καμένη σάρκα. Εκεί. Για πάντα. Μέχρι το τέλος.

Έπειτα γίνεται κι αυτό με τον Ζακ Κωστόπουλο. Έχει πάει να κλέψει; Δεν έχει πάει να κλέψει; Ποιός το ξέρει. Αυτό που ξέρουν όλοι όμως είναι αυτό που η τηλεόραση δείχνει ασταμάτητα. Το ξυλοκόπημα ενός ανθρώπου ο οποίος ξεψυχά ξανά και ξανά και ξανά, κάθε φορά που οι γεμάτοι ζήλο δημοσιογράφοι προβάλλουν αυτές τις τελευταίες του τραγικές στιγμές, στολισμένες με λογιών λογιών χρωματιστές λεζάντες στο κάτω μέρος της οθόνης.

Δεν έχω προσέξει τη μουσική υπόκρουση που χρησιμοποιούν στο άγριο ξυλοκόπημα του Ζακ. Σε αντίθεση με το θανατικό στο Μάτι, εκεί στ΄αλήθεια ήταν μεγαλειώδης η μουσική, σχεδόν όσο και οι φωτογραφίες των ανθρώπων που έκλαιγαν περιστοιχισμένοι από την ομίχλη του θανάτου, αγκαλιασμένοι μέσα στη θάλασσα, με υγρές πετσέτες και μπλούζες μπροστά από τα πρόσωπά τους. Μία εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις άλλωστε. Γι αυτό και η συγκεκριμένη έκανε το γύρο του κόσμου και την έβλεπα μπροστά μου παντού. Κι επειδή την τηλεόραση την είχα κλειστή, φρόντιζαν μερικοί διαδικτυακοί φίλοι να την αναδημοσιεύουν κάθε τόσο, εκεί, ανάμεσα στους διαπληκτισμούς και τα βρισίδια που έπεφταν κάτω από τις δημοσιεύσεις, στα σχόλια. Και ειλικρινά, νομίζω πως αν μερικά από αυτά τα έβλεπαν οι δημοσιογράφοι που ανέφερα παραπάνω, πολύ ευχαρίστως θα τους έβαζαν ακόμα περισσότερα χρώματα - μα πόσο και γαμώ τις λεζάντες θα γίνονταν ορισμένα από αυτά, έτοιμο πράμα. Εντελώς.

Κι εγώ έχω καιρό που τα μαζεύω. Αυτό που με τρομάζει μεγαλώνοντας, περισσότερο κι από όλο το δημοσιογραφικό -στην πλειοψηφία του- καθημερινό φλέμα, περισσότερο κι από τον κάθε φασίστα Χρυσαυγίτη που έχει μπει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο ενώ έχει διαπράξει στυγνή δολοφονία στο όνομα της ιδεολογίας του, περισσότερο κι από τον κάθε θολωμένο "νοικοκύρη" που βαιοπραγεί κατά ενός συνανθρώπου του με τόσο μίσος σαν να του έχουν βιάσει και να του έχουν τεμαχίσει το παιδί, αυτό λοιπόν που μου τρομοκρατεί την ψυχή είναι όλη αυτή η ευκολία που έχει φυτρώσει παντού γύρω μου. Η ευκολία και η ταχύτητα και η απολυτοσύνη των υπολοίπων ανθρώπων να κρίνουν, να κατακρίνουν, να σηκώσουν το δάχτυλο, να διαλέξουν στρατόπεδο, να βρίσουν, να αναπαράγουν θάνατο μέσα από φωτογραφίες με το πάτημα ενός κουμπιού. Και η αναπαραγωγή του θανάτου δε γίνεται έτσι, τυχαία. Για να αναπαράγεις θάνατο πρέπει πρώτα να έχεις εξοικειωθεί με αυτόν. Όχι να τον έχεις βιώσει. Να έχεις εξοικειωθεί. Άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Οι γονείς του Παύλου του Φύσσα τον έχουν βιώσει. Οι άνθρωποι που ξυλοκόπησαν τον Ζακ Κωστόπουλο δεν τον έχουν βιώσει. Κάτι μου λέει όμως ότι παρα-ήταν εξοικειωμένοι μαζί του. Να, όπως εξοικειώθηκε πολύς κόσμος με τα καμένα άψυχα σώματα εκείνων των ανθρώπων στο Μάτι. Καμένα ποδήλατα. Κομματιασμένα παπούτσια. Βίντεο, φωτογραφίες, γκραντ μουσικές, κοντινά. Ένα τέτοιο πράγμα. Εξοικείωση.

Μόνο σε εμένα όλο αυτό φαίνεται τόσο τρομακτiκό; Μόνο εγώ πιστεύω ότι οι άνθρωποι σιγά σιγά έχουμε αρχίσει και χάνουμε την βασική μας υπόσταση και έχουμε σταματήσει να κατανοούμε τις συνέπειες των λόγων και κατ' επέκταση των μελλοντικών μας πράξεων; Μήπως παίρνω τα πράγματα πολύ σοβαρά; Μήπως έχει αρχίσει το μυαλό μου να σχηματίζει θεωρίες συνωμοσίας, όταν θεωρώ ότι η τηλεόραση έχει καταφέρει με χίλιους δυο τρόπους να αφαιρέσει με χειρουργική ακρίβεια από τα κεφάλια των περισσοτέρων θεατών τις έννοιες "αξιοπρέπεια" και "σεβασμό"; Κι ότι αυτό μέσω των social media, φαίνεται κάτι ώρες να παίρνει διαστάσεις αρρωστημένες, ότι μας μετατρέπει σε θεούς και κριτές, σε ενόρκους και δικαστές;

Κάποτε ο όρος "όχλος" απευθυνόταν σε μία πραγματική, φυσική μάζα ανθρώπων. Τώρα το συναντώ όλο και πιο συχνά μπροστά μου στην τηλεόραση και στο διαδίκτυο. 

Μπορεί να είναι το ότι μεγαλώνω και βλέπω σκιές στις γωνίες. Αλλά έτσι επιλέγω να συνεχίσω.
Καλύτερα με φανταστικές σκιές στις γωνίες, έτοιμη να το βάλω στα πόδια προκειμένου να σώσω την ψυχή μου, παρά με ένα περίστροφο στην τσέπη, το μάτι να γυαλίζει και το δάχτυλό μου να πιέζει προληπτικά τη σκανδάλη σε κάθε μου βήμα.
Χίλιες φορές καλύτερα.

posted by mindstripper @ 9/24/2018 11:52:00 pm  | 0 Comments | 

Monday, August 20, 2018

A thousand stories

posted by mindstripper @ 8/20/2018 11:35:00 am  | 0 Comments | 

Monday, June 25, 2018

Ένα για τους φίλους

Έχω περάσει τέλος πάντων αρκετά πράγματα στη ζωή μου. Δεν ειμαι δα και κανένας αδικημένος άνθρωπος, έχω ζήσει έντονα, έχω ζήσει αλλού, έχω ταξιδέψει, έχω φύγει, έχω γυρίσει, έχω ρισκάρει, έχω σπάσει τα μούτρα μου, έχω σηκωθεί, έχω χάσει, έχω κλάψει από λύπη, έχω κλάψει και από χαρά, έχω προδοθεί, έχω εξαπατηθεί, έχω υπάρξει τόσο ευτυχισμένη που αναρωτήθηκα τι έχω κάνει και η ζωή με αξίωσε και έζησα τέτοια ευτυχία. Κι ύστερα η ζωή μου το πήρε πίσω, όχι μια και δυο, πολλές φορές. Περπατιέται πολύ γρήγορα αυτή η ζωή και δεν προλαβαίνεις να ζητήσεις τα ρέστα, μόνο καταλαβαίνεις ότι ο χρόνος είναι νερό που τρέχει και τρέχεις κι εσύ μαζί του μπας και προλάβεις να τον αρπάξεις από κάνα μπατζάκι. Μεγαλώσαμε κιόλας, μερικών οι πλάτες έχουν αρχίσει και κυρτώνουν από τα βάρη, δεν είμαστε πια παιδια, η ανάσα μας αρχίζει κάτι ώρες και γίνεται πιο γρήγορη και πιο κοφτή, η δύσπνοια βρίσκεται στο κατώφλι και κρυφοκοιτάζει από την κλειδαρότρυπα. Πού και πού αισθάνομαι τα μάτια της κολλημένα πάνω μου κι εγώ. Πού και πού αρχίζω και μετρώ τις αναπνοές μου για να την ξεγελάσω.

Έχω γράψει κι άλλες φορές για τους φίλους. Δεν έχω γράψει όμως τόσες φορές για την τύχη μου την καλή, που ακόμη κι αν η ζωή το έχει φέρει και είμαι μακρυά από παλιούς αλλά όχι χαμένους φίλους, μου φέρνει στο δρόμο μου νέους. Μεγαλώνω, προσπαθώ να προστατεύω πλέον τον εαυτό μου από οποιεσδήποτε -και είναι πολλές— μη αλήθειες, παρατηρώ και βλέπω γύρω μου και δίπλα μου και μέσα στο σπίτι μου ακόμη, την υποκρισία και τη χειριστικότητα. Όμως, ακόμα και τώρα απορώ που ο δρόμος με οδηγεί σε αθρώπους που στις δύσκολες στιγμές είναι εκεί και που προσφέρουν βοήθεια χωρίς αυτή να τους έχει καν ζητηθεί, που κάποιες φορές σχεδόν την επιβάλλουν δίχως ίχνος προσμονής ανταλλάγματος.

Ετούτον τον καιρό νιώθω την ανάγκη να σηκώσω ψηλά το κεφάλι και να απευθύνω σε όλους τους φίλους μου ένα μεγάλο ευχαριστώ. Όχι μόνο για την βοήθειά τους που είναι πολύτιμη και ανεκτίμητη, αλλά πολύ περισσότερο για το χαμόγελο και την ψυχή τους, που στέκονται ακλόνητα δίπλα μου σε κάθε βήμα, μικρό ή μεγάλο. Χωρίς να το επιδιώκουν, διώχνουν κάθε τόσο όλα εκείνα τα σύννεφα που έχουν αρχίσει να φωλιάζουν μέσα στην σκέψη μου. Δεν μπορούν να καταλάβουν την δύναμη που μου μεταγγίζουν τόσο απλόχερα. Δεν μπορούν να συλλάβουν πόση συναισθηματική λύτρωση περιλαμβάνει η απλότητα της ανιδιοτέλειας που προσφέρουν.

Φίλοι. Της αγάπης πολιούχοι.

posted by mindstripper @ 6/25/2018 07:59:00 pm  | 2 Comments | 

Saturday, March 17, 2018

Ελευθερία ή έρωτας

Έρχεται μια μέρα που σκάει ξαφνικά ένας μαντράχαλος με το γυαλί ηλίου και το εσπρεσσάκι του και σου ρίχνει την ατάκα: "Μωρό μου ήρθα, δεν καβαλάς το on-off να πάμε μία Πειραϊκή να φάμε παγωτό χωνάκι;" Αυτός είναι ο έρωτας. Πρώτος ξάδερφος με κάτι άλλους μαντράχαλους, με τους οποίους έχεις κάνει ολόκληρο αγώνα να βρεις μία ισορροπία. Τον χρόνο που σε ακολουθεί μία ζωή με το περίστροφο στον κρόταφο, τον εγωισμό που όποτε εμφανίζεται παίρνει τον χρόνο αγκαλιά, σπάει όλους τους καθρέφτες και οι δυο τους αράζουν στην κερκίδα με ποπ κορν και κόκα κόλα, σε κοιτούν να τρέχεις και γελούν, και τον θυμό. Εντάξει, όταν θυμάται κι αυτός να έρθει τότε έχεις χάσει πραγματικά τη μπάλα - οι τρεις τους σε έχουν διαπεράσει και το μέσα σου έχει γίνει πλέον τοξικό. Όλοι αυτοί οι μαντράχαλοι μη εξαιρουμένου του έρωτα λοιπόν,  έχουν ένα τεράστιο, παντοτινό και απίστευτα εξουσιαστικό κοινό στοιχείο: το συναίσθημα.

Υποθέτω ότι ξέρεις τί γίνεται όπου εμπλέκεται το συναίσθημα. Μία λέξη μόνο: χείμαρρος.

Εσύ στο κέντρο του. Όπου πάει. Καλό, επειδή φτάνεις να ακουμπήσεις το ουράνιο τόξο. Κακό, επειδή η βροχή, το χαλάζι και οι καταιγίδες που εξυπακούεται ότι θα βιώσεις προκειμένου να φτάσεις στο κατώφλι του, δε σημαίνουν ότι θα αντέξεις κιόλας. Άλλωστε και χάρτη να κρατάς στο χέρι σου το σίγουρο είναι ότι ο προορισμός σου είναι παντελώς άγνωστος. Το είπα και πριν. Χείμαρρος. Θέλει να κυλάει πολύ ζεν αίμα στις φλέβες σου ώστε να πεις ότι το ταξίδι αν και περιπετειώδες, ήταν τελικά (όχι από την αρχή, μην κοροϊδευόμαστε κιόλας) θέμα επιλογής και όχι θέμα τύχης.

Και ποιά είναι αυτή η ελευθερία που είναι τόσο σημαντική ώστε για χάρη της να φτάσεις σε σημείο να κοιτάζεις τον έρωτα (και τα ξαδέρφια του) με μισό μάτι; Πού σε πέτυχε; Πού την πέτυχες; Πότε γνωριστήκατε τέλος πάντων σε τέτοιο βαθμό ώστε να την έχεις σε τόση υπόληψη και να τρέμεις μήπως κάποια μέρα ξυπνήσεις και την δεις καθιστή και μαραμένη σε μία γωνία με τα ρούχα τσαλακωμένα και βρώμικα, να θρηνεί τις χειροπέδες της; Είναι συναίσθημα ή μπας και είναι λογική; Ξέρω και γω, μήπως είναι προϋπόθεση, οι προϋποθέσεις δεν είναι να τις περιφρονείς άλλωστε· ήρεμη δύναμη γαρ. Η ελευθερία όμως δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Είναι ανάγκη. Όταν και αν κάποια στιγμή εμφανιστεί επιτακτική και απαιτητική μπροστά σου, δεν αποτελεί κάποια αντίδραση ούτε συνίσταται από κάποια βασικά συστατικά που χρωματίζονται από συναισθήματα του παρόντος χρόνου. Η ελευθερία εκδηλώνεται όλο και περισσότερο όσο μεγαλώνεις. Η ελευθερία είσαι εσύ ο ίδιος. Δεν έχεις άλλη επιλογή όταν σου χτυπήσει την πόρτα από το να την αποδεχτείς, γιατί ποτέ δε ζητάει κάτι σε αντάλλαγμα. Μόνο δίνει. Δίνει οξυγόνο, δίνει δύναμη ψυχής, δίνει βάθος καθαρό στο βλέμμα και αλήθεια μικρού παιδιού στο χαμόγελο. Είναι ακριβώς το αντίθετο από την κοινωνία στην οποία μεγαλώνουμε, βασικά είναι το ακριβώς αντίθετο οποιασδήποτε κοινωνίας. Δεν είναι άθλημα των πολλών κι ας έχει εξυμνηθεί από ολόκληρους λαούς και πατρίδες.

Είναι ατομικό επίτευγμα η ελευθερία, έρχεται με κόστος, είναι ιδρώτας, μόχθος, ανιδιοτέλεια, είναι ταπεινοφροσύνη και αγάπη - μα πόσο πολλή αγάπη όμως για όλα εκείνα που ο έρωτας δεν θα τα ακουμπήσει ποτέ του. Τον ουρανό, τη θάλασσα, τις βουκαμβίλιες, τα ξυλόφωνα, τα γλυφιτζούρια, τα ταξίδια, τις κουρτίνες που ανεμίζουν λίγο πριν το καλοκαιρινό λιόγερμα, τα φώτα από τις νταλίκες, τη μουσική (ω! τη μουσική), τα βιβλία (μα ναι! ειδικά τα βιβλία)... Ο στραγγαλισμός της ελευθερίας ισοδυναμεί με την εξόντωση της αγάπης που έχεις για όλα όσα σε περιτριγυρίζουν. Όλα εκτός των ανθρώπων. Οι άνθρωποι βλέπεις απομυθοποιούνται, όχι όμως όλα τα υπόλοιπα. Αυτά είναι σταθερές, είναι η γη που πατάς, που θεωρείς δεδομένη. Κι όταν έρχεται ο έρωτας, ακόμα κι αν το κάνει για καλό σκοπό (μα εννοείται ότι είναι καλός ο σκοπός), τα χρώματα και η πραγματικότητα αλλοιώνονται κι εσύ δίχως να το καταλάβεις φοράς άλλα μάτια, μη με ρωτήσεις σε ποιόν ανήκουν, απάντηση δε θα πάρεις γιατί άμα σου την δώσω θα είναι πολύ αυστηρή και δεν θα σου αρέσει.

Φυσικά είναι πολύ όμορφο συναίσθημα ο έρωτας, είναι πέρα απ' αυτόν τον κόσμο, σε παίρνει και σένα μαζί του μακρυά από αυτόν. Μην τυχόν και διανοηθείς άμα βρεθεί στο διάβα σου και δεν τον αφήσεις να σε συνεπάρει. Αυτό κάνουν οι χείμαρροι, συνεπαίρνουν, παρασύρουν. Αρκετές φορές όμως συνθλίβουν. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να μάθεις κι εσύ κι εγώ να το διαχειριζόμαστε, γιατί αυτός ο μαντράχαλος ο χρόνος που κάναμε κουβέντα πιο πάνω έχει και τα καλά του. Αρκεί να μπορούμε να τα διακρίνουμε και όταν έρχεται εκείνη η ώρα, να τα καρτερούμε. Όχι όμως πια με τα μάτια του έρωτα, αυτά ήταν δανεικά. Πρέπει να ξανα-φορέσουμε τα δικά μας μάτια. Τα μάτια της αλήθειας. Τα μάτια της αγάπης.

Είναι το προζύμι της ελευθερίας η αγάπη. Σε μαθαίνει να σέβεσαι και να κοιτάζεις βαθιά μέσα στα μάτια του άλλου χωρίς να πρέπει να αλλάξεις τα δικά σου. Δεν ξέρω αν μπορώ να στο περιγράψω σωστά, αλλά αν είσαι τυχερός κι επιζήσεις από τον χείμαρρο που αργά ή γρήγορα θα καταλαγιάσει, αν μπορέσεις και διασώσεις την πίστη και την εμπιστοσύνη στον ίδιο σου τον εαυτό, τότε έχεις καταφέρει να σώσεις την ίδια σου την ελευθερία. Κι αν η συντροφιά σου -όταν υπάρξει- μέσα στο χείμαρρο αυτό έχει κολυμπήσει κι έχει επιβιώσει χωρίς να σε αρπάξει από τα μαλλιά αλλά κρατώντας σε από το χέρι, τότε να ξέρεις ότι είσαι πολύ τυχερός άνθρωπος που έζησες τον έρωτα και ακόμη πιο τυχερός γιατί θα ζήσεις και την αγάπη.

Η ζωή είναι πολύ όμορφη. Μετά από τόσα χρόνια έχω φτάσει πια στο -αρκετά υποκειμενικό- συμπέρασμα ότι δεν μπορείς να την απολαύσεις αν δεν είσαι ελεύθερος. Μπορεί να είσαι ζευγαρωμένος, μπορεί να είσαι μόνος, μπορεί να είσαι μοναχικός, μπορεί να είσαι θρυμματισμένος, μπορεί να είσαι ψυχικά ή και σωματικά τραυματισμένος. Κανένας όμως ποτέ δεν θα μπορέσει να σου απαγορέψει να είσαι ελεύθερος. Πολλοί θα σε φοβηθούν, αρκετοί λιγότεροι μπορεί να σε καταλάβουν αλλά κανένας δεν θα μπορέσει να σου σταθεί εμπόδιο σ' αυτό. Κανένας εκτός από τον ίδιο σου τον εαυτό.

Το νου σου στα μάτια σου.

posted by mindstripper @ 3/17/2018 01:29:00 am  | 3 Comments | 

Friday, September 01, 2017

Το κουνούπι

Εκείνο το βράδυ, εν ώρα εργασίας ένα κουνούπι με στριφογύριζε σα δαιμονισμένο. Η Β. που καθόταν απέναντί μου με λοξοκοίταζε, αν έκανα κίνηση να το σκοτώσω ήξερα ότι εντάξει, η Β. δεν θα μου έκοβε την καλημέρα, αλλά θα συνέτριβα αυτόν τον ζεν θόλο που την καλύπτει και που την αγαπώ τόσο γι αυτό, κι ας μην της το έχω πει ποτέ, κι ας το ρίχνω συνήθως στο καλαμπούρι όταν αναφέρομαι στο συγκεκριμένο. Έχει μία πολύ ήρεμη στάση απέναντι στη ζωή η Β. Το κάθε πλάσμα θα φύγει όταν είναι να φύγει. Το κάθε πλάσμα, από το πολύ μικρό έως το πιο μεγάλο, έχει έναν προορισμό, είτε το ταξίδι πρός αυτόν είναι σύντομο είτε όχι.

"Αφού με τσιμπάει!" διαμαρτήθηκα κοιτώντας την που χαμογελούσε.
"Εμένα γιατί δεν με τσιμπάει;" με ρώτησε.

''Ελα μου ντε', σκέφτηκα.
Στιγμιαία, έφερα στο μυαλό μου το κουνούπι να συνθλίβεται από το βάρος της παλάμης μου και σταμάτησα για λίγο να μιλάω.

"Τί σκέφτεσαι;" με ρώτησε η Β.
"Σκέφτομαι πόσο διαφορετικά αντιμετωπίζουμε τον θάνατο, εσύ κι εγώ", της απάντησα.
"Γιατί, εσύ πώς το αντιμετωπίζεις;"
"Εγώ τον θάνατο τον περιμένω κάθε μέρα. Στους αγαπημένους ανθρώπους, στα πράγματα, στις εποχές. Χωρίς να με γκρεμίζει, χωρίς να πενθώ γι αυτό. Ίσως λίγο να τα νοσταλγώ ενώ ακόμα τα έχω εκεί, μπροστά μου. Πράγμα που με κάνει να τα αγαπάω ακόμα περισσότερο, να τα κοιτάζω και να πλημμυρίζω από αγάπη δέκα, εκατό, χίλιες φορές περισσότερο. Μόνο έτσι μπορώ να είμαι προετοιμασμένη γι αυτό που θα έρθει κάποια στιγμή. Μόνο έτσι μπορώ να αντιμετωπίσω το τέλος."

Μακάβριο, θα μου πεις.
Ίσως.
Αλλά λειτουργεί.

Έχεις δοκιμάσει να ρίξεις μία στάλα μαύρο μέσα σε ένα οποιοδήποτε χρώμα; Ή μάλλον όχι, όχι... δεν είναι αυτό το σωστό. Είναι σαν να κλείνεις λίγο το πατζούρι από το παράθυρο. Όλα τα χρώματα στο δωμάτιο αλλάζουνε. Δεν αλλάζει η σύστασή τους. Αλλάζει η όψη τους. Και τότε τί είναι αληθινό; Αυτό που νομίζεις ότι βλέπεις εκείνη την ώρα ή αυτό που θα δεις ξανά όταν ξημερώσει; Ποιό είναι το μόνιμο; Ποιό είναι το κυρίαρχο; Ποιό είναι αυτό που είναι στ' αλήθεια παρόν, που δεν χωράει καμμία αμφισβήτηση και καμμία φιλοσοφία;

Θα σου πω εγώ.
Ο φόβος.
Ο φόβος για όλα αυτά που έγραψα μόλις τώρα. Ο φόβος του να μην γνωρίζεις.

Κι εδώ ξανάρχεται το κουνούπι μου. Το οποίο μπορώ να το σκοτώσω εκείνη τη στιγμή, αλλά μετά θα έρθει άλλο, κι ύστερα θα σκοτώσω κι αυτό και μετά θα έρθει κι άλλο, κι άλλο, και δε θα σταματάει, γιατί αυτό κάνει, αυτό είναι. Αν σπαταλάω το χρόνο μου να το σκοτώσω, τότε, ειλικρινά, για ποιόν λόγο μου έχει δοθεί αυτός ο χρόνος εξ' αρχής;

Κάποτε έβγαζα φωτογραφίες στις συναυλίες σαν την τρελή. Μετά κατάλαβα ότι μέσα από τον φακό έχανα τον ορίζοντα και τους υπόκωφους χορούς κρυμμένους στις μισοσκότεινες γωνιές. Τον ουρανό. Τα χαλίκια κάτω από τα πόδια μου. Το γρασίδι που μύριζε αλκοόλ και μουσική. Κατάλαβα ότι όλες οι εικόνες ήμουνα εγώ. Και σταμάτησα.

Εμένα ο φόβος μου είναι η μουσική που θα σταματήσει, το είδωλό μου σε έναν καθρέφτη που θα χορεύει ταγκό στον χορό της υποκρισίας, το παιδί που δεν θα ξανα-ξυπνήσει ποτέ, το σκυλί μου που μία μέρα θα σταματήσει να ανασαίνει, τα μάτια μου που θα τρέχουν πάνω από τις λέξεις χωρίς να τις διαβάζουν, τα χέρια μου που θα σταματήσουν να ανακατεύουν χώμα και νερό, ο πατέρας μου που έφυγε από εδώ χωρίς η ζωή να του προσφέρει ένα σοβαρό, μετρημένο σενάριο και όχι ένα σωρό γαμημένα στιγμιότυπά της.

Τον φόβο μου τον κοιτάζω βαθυά μέσα στα μούτρα κάθε μέρα που ξυπνάω. Αλλά δεν θα του δώσω την ικανοποίηση να πιστέψει ποτέ ότι με αιφνιδίασε.

Απλά θα συνεχίσω να βλέπω όσες συναυλίες μου απομένουν να δω χωρίς να βγάζω φωτογραφίες.

posted by mindstripper @ 9/01/2017 02:10:00 am  | 0 Comments | 

Friday, June 30, 2017

Του κόκορα τ’ αυγό δε βγάζει περιστέρι.

Όλοι εμείς που αγαπάμε το χειροποίητο και που γουστάρουμε να στραβωνόμαστε και να παθαίνουμε αυχενικά και τενοντίτιδες πάνω από ένα κομμάτι πηλό ή από ένα πανί ή από ένα νήμα, μία κορδέλα, ένα σύρμα, μία χαντρούλα κίτρινη-κόκκινη-θαλασσιά, είμαστε - και το λέω αυτό με όλο το δέος και τον θαυμασμό που τρέφω προς αυτούς τους ανθρώπους - λίγο αυτιστικοί.

Ξεκινάει η μέρα, κάθε μέρα, και στο μυαλό μας τριγυρνάνε χρώματα και σχήματα και σχέδια και υφές. Γυρίζουμε το κεφάλι στα δεξιά και βλέπουμε μία κάλτσα πολύχρωμη και τη θαυμάζουμε σαν έργο τέχνης - κι αυτό γίνεται επειδή, απλούστατα, στ’ αλήθεια ρε συ αυτή η κάλτσα είναι ένα έργο τέχνης. Ύστερα γυρίζουμε το κεφάλι στα αριστερά και βλέπουμε ένα τελάρο που στο φόντο του κάτι δε μας πάει καλά, ένα σκίτσο που κάτι στραβοκάθεται στην προοπτική του. Θα φάμε τριάντα, σαράντα, εξήντα ώρες να το φέρουμε εκεί που μας υπαγορεύει ο τρελοκαμπερισμός μας. Ύστερα μέσα σε 5 λεπτά θα παραβούμε κάθε φραγμό και υποτιθέμενο κανόνα - και μία φορά στις σαράντα το ουφ και ο ατελείωτος πειραματισμός θα μεταμορφωθούν σε ένα διαμαντάκι που δημουργήθηκε από ένα καθαρό ατύχημα, το δικό μας ατύχημα ρε φίλε, εμάς των αυτιστικών.

Μπαίνουμε και στο pinterest φυσικά, εννοείται ότι μπαίνουμε στο pinterest και στα blogs και στο etsy και στο γιουβέτσι. Και κοιτάζουμε, και σημειώνουμε, και θαυμάζουμε, και ζηλεύουμε, και κάτι θα βουτήξουμε από τον έναν, και κάτι θα μας σβουρίξει η γκλάβα μας βλέποντας τον άλλον, και θα μιλάμε μόνοι μας με τον υπολογιστή λες και κάνουμε διάλογο με τον Γκάντι αυτοπροσώπως - άμα μας άπλωνε η οθόνη το ξερό της εκείνη τη στιγμή θα το χειροφιλούσαμε με ευλάβεια. Γιατί είναι ωραίο η τέχνη να μοιράζεται ρε φίλε, είναι υπέροχο πράμα αυτό που ο άλλος έχει βγάλει από τα σπλάχνα του μυαλού του να το βλέπεις εσύ και ξαφνικά το δωμάτιο να γεμίζει πυροτεχνήματα - και μετά να τρέχεις να τα προλάβεις και να τα μαζέψεις όλα μέσα σε ένα κουτί, σε έναν κανβά, σε λίγη σινική μελάνη, σε μία βελόνα και μία κλωστή. Είναι ωραίο ο αυτισμός του ενός να σκορπάει και να μπερδεύεται με τον αυτισμό των άλλων - δεν μπορείς να φανταστείς πόσων ειδών νέες αποχρώσεις δημιουργούνται στο σύμπαν.

Που και που βέβαια, σκάνε μύτη και τα κοκόρια τα ξιπασμένα, με τα λειριά τα κόκκινα, που δε μιλάνε σε κανένα, παρά μόνο για να πούνε πόσο όμορφα και κόκκινα είναι τα λειριά τους. Αρχίζουν να τσιμπολογούν στην αρχή κανα πυροτέχνημα από δω και κανένα από κει, ύστερα να ρίχνουν ένα σάλτο και να καβατζώνουνε -ντάξει μωρέ- και κανα ατόφιο κομμάτι στρακα-στρούκα (μικρό, μη φανταστείς), κι έπειτα να τα καταπίνουνε ολάκερα τα πυροτεχνήματα φιλαράκι, έτσι όπως σου το λέω ακριβώς, το έχω δει να γίνεται. Στο τέλος τα ξανα-φτύνουν και τα αμπαλάρουν σε πακετάκια φρέσκων αυγών, με σήμα εγγύησης και γνησιότητος (φυσικά) το κόκκινο και όμορφο και λαχταριστό λειρί τους.

Εμένα την αυτιστικιά που λες, μερικές φορές, δεν με ενοχλούν τόσο τα κοκόρια καθε αυτά, όσο τα λειριά τους που πάνε πέρα δώθε με τον άνεμο και κουνιούνται ασταμάτητα μέχρι να εντοπίσουν κανα πυροτέχνημα και να το καταπιούνε μονομιάς. Αλλά μετά τα λυπάμαι μωρέ… Γιατί σκέφτομαι… Δεν μπορείς να βάλεις έναν αυτιστικό και ένα κοκόρι μαζί στο ίδιο τραπέζι. Βασικά δεν μπορείς να τους βάλεις καν παρέα στην ίδια γειτονιά. Ο ένας θα ζωγραφίζει τους κύκλους του και θα χρωματίζει τ’ αστέρια στον μεσημεριανό ουρανό κι ο άλλος θα θαυμάζει το λειρί του στην κοντινότερη τζαμαρία.

Εμάς τους αυτιστικούς, μας αγαπάω επειδή έχουμε κώδικα. Σεβόμαστε. Υποκλινόμαστε. Παραδεχόμαστε. Ε, είμαστε και λίγο αλλοπρόσαλοι (ξέρω γω). Άντε και λίγο αλαφροϊσκιωτοι (ας πούμε). Ανήσυχοι και παρορμητικοί. Όμως, γνωρίζουμε και αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον. Μπορούμε να καθόμαστε και να μιλάμε για μία κάλτσα με πάθος και ενθουσιασμό για σαράντα λεπτά - και ύστερα, άμα είναι κι άνοιξη, να γυρίσουμε και να τραβήξουμε φωτογραφία με περισσότερο ακόμα ενθουσιασμό, τα κρεμασμένα στην απέναντι ταράτσα σώβρακα του γείτονα. Είμαι πολύ περήφανη που ανήκω σ’ αυτή την ομάδα των ανθρώπων. Γιατί ανάμεσα στα άλλα, έχουμε και μερικά (εντάξει, κάμποσα) καμμένα κύτταρα, τα οποία τα κάψαμε, τα καίμε και θα συνεχίσουμε να τα καίμε με την αξία μας και με τον ιδρώτα μας, επειδή έτσι μας γουστάρει. Και γιατί όπου και να είμαστε, όπου και να βρισκόμαστε, πάντα, μα πάντα, θα πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλον.

Και τέλος πάντων, η αλήθεια είναι ότι ο μόνος κόκορας που συμπάθησα στη ζωή μου, ήταν ένας βραχνός, χοντρός και πολύχρωμος σαν το παγώνι που είχε η μάνα μου όταν πήγαινα σχολείο.

Έπεσε ένα μεσημέρι από τον τρίτο όροφο και τον φάγαμε κρασάτο.

posted by mindstripper @ 6/30/2017 12:53:00 am  | 2 Comments |