@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Saturday, March 28, 2009

Ένα όχι και ιδιαίτερα ξεχωριστό ποστ

Σαββάτο βράδυ, ύστερα από δύο μήνες απουσίας στο στέκι μου του Ψυρρή, ένα μικρό μπαράκι, θα έλεγα όχι κάτι το ξεχωριστό από οποιοδήποτε άλλο.

Βλέπω τον Γιώργο, τον ιδιοκτήτη, φοβάμαι ότι θα μου ρίξει καμμία Χριστοπαναγία που έχω να πάω τόσο καιρό, και δεν πάω να τον φιλήσω όπως κάνω με όλους τους άλλους. Ο Γιώργος προσφέρει τις Χριστοπαναγίες σαν λουλουδάκια από τον αγρό σε όλους τους ανθρώπους που σημαίνουνε κάτι γι αυτόν. Τον έχουμε μάθει όλοι πια και τη μία θέλουμε να τον κλωτσήσουμε, την άλλη τον αγαπάμε με έναν τρόπο -τώρα που το σκέφτομαι- ίσως κι όχι ιδιαίτερα ξεχωριστό. Είναι μεγάλη ψυχή, παρ' ότι πολλοί που θα τον γνώριζαν θα έλεγαν ότι δεν αποτελεί και κάτι το ιδιαίτερο. Τελικά τη γλυτώνω, με κοιτάει από μακρυά και μετά από μία ανώδυνη επίπληξη για το διάστημα της απουσίας μου, κουνάει το κεφάλι του πάνω-κάτω σε πλήρη ένδειξη αποδοκιμασίας.

"Πάω να φάω καμμιά κρέπα, είμαι νηστικιά όλη μέρα, θέλετε τίποτα;" ρωτώ τους υπόλοιπους που δουλεύουν στο μαγαζί.
"Μπα, πριν λίγο χτυπήσαμε κάτι σουβλάκια, είμαστε ΟΚ", μου απαντάει η Κωνσταντίνα, το κορίτσι που πάντα χαμογελά και δουλεύει σερβιτόρα, θα έλεγα όχι τίποτα το ξεχωριστό από οποιαδήποτε άλλη σερβιτόρα.

Η κρέπα εξαφανίζεται σε χρόνο μηδέν, μετανοιώνω που δεν έχω βάλει μέσα διπλό τυρί και μαγιονέζα αλλά η στεναχώρια μου εξατμίζεται όταν θυμάμαι τα υπόλοιπα πέντε κιλά που θέλω να χάσω ώστε να επανέλθει το σώμα μου σε μία κατάσταση που θα μου επιτρέπει να τρώω ξανά ότι θέλω χωρίς φόβο, πάθος και τύψεις. Ο Δημήτρης, ο μπάρμαν και πρώτο μου φιλαράκι μέσα σ' αυτό μου το καταφύγιο, αλλά κατά τ' άλλα τίποτα το ξεχωριστό από οποιονδήποτε άλλο μπάρμαν της νύχτας, μου φτιάχνει ένα τζιν με sprite.

"Μα τί κάνεις εκεί πέρα, αφού το συχαίνομαι το τζιν βρε παιδάκι μου!"
"Είναι ελαφρύ, δοκίμασέ το, έτσι για αρχή, μέχρι να πούμε δυο κουβέντες", μου λέει.

Βγαίνει έξω από το μπαρ, είναι ακόμα νωρίς, ο κόσμος λίγος.

"Φτιάξε με, πες μου τί έχεις κάνει αυτόν τον καιρό, κανένα όργιο, κανένα σατανιστικό;" με κοροϊδεύει.

Μιλάμε για αρκετή ώρα, πίνω την τελευταία γουλιά από το ποτό μου, ξαφνικά νοιώθω να με λούζει κρύος ιδρώτας. Λέω του Μήτσου ότι θα βγω έξω, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά.

"Θες να έρθω μαζί;"
"Όχι μωρέ, πάω έξω στον Πέτρο να πάρω λίγο καθαρό αέρα, καλά είμαι."

Βγαίνω έξω, ο Πέτρος ντυμένος καλά μέσα στη βραδυνή ψύχρα μου ανοίγει την πόρτα, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος πορτιέρης, όχι κάτι το ξεχωριστό από τους υπόλοιπους στο πόστο του.

"Τί γίνεται ρε;"
"Ξέρω γω ρε γαμώτο, με έχει πιάσει ξαφνικά κρύος ιδρώτας, τί στο διάολο είναι τούτο τώρα..."

Με κοιτάζει σχεδόν επιθετικά.

"Δε μου λες, είσαι υποτασικιά;"
"Τί λες τώρα καλέ;"
"Είσαι κάτασπρη ρε μαλάκα!"

Αρχίζω να βλέπω μαυράκια γύρω γύρω από το οπτικό μου πεδίο, νοιώθω κάπως τα μηνίγγια μου να μουδιάζουνε. Ακούω τη φωνή μου να λέει εντελώς ψύχραιμα:

"Δε μου λες, ξέρεις πως να συνεφέρνεις άνθρωπο που λιποθυμάει; Γιατί μου φαίνεται ότι για κει το πάω."

Βλέπω τον Πέτρο να ανοίγει με φόρα την πόρτα και να πηγαίνει μέσα τρέχοντας. Γυρίζει έξω σε χρόνο μηδέν κρατώντας στο ένα χέρι ένα κουτάλι σούπας γεμάτο μαύρη ζάχαρη και στο άλλο ένα ποτήρι νερό.

"Φάτην όλη αυτή τη στιγμή!"

Με το που καταπίνω την πρώτη δόση νοιώθω σαν να μου έχουν δώσει χαστούκι και τα μάτια μου καθαρίζουνε. Πίνω το νέρο και καθαρίζω όλο το κουτάλι.

"Εντάξει, είμαι καλά, αυτό ήτανε", του λέω.
"Φάτην όλη σου είπα!"
"Ε, την τρώω ντε!!!"

Η πόρτα ανοίγει, από μέσα βγαίνει η Κωνσταντίνα, ύστερα βλέπω τον Γιώργο που μου τα χώνει λέγοντας δυνατά "Αφού σας έχω πει βρε μαλάκες, μην πίνετε λευκά ποτά!", στο κατόπι βλέπω και τον Μήτσο που βγαίνει έξω κρατώντας κάτι κλειδιά. Κάποιοι περνάνε από το δρόμο και κοιτάνε, γίνονται μάρτυρες ενός παρ' ολίγο λιποθυμικού επεισοδίου, καθόλου ξεχωριστού και ιδιαίτερου από οποιοδήποτε άλλο.

Ακούω τη φωνή του Δημήτρη.

"Έλα, πάμε".

Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, πίνω το υπόλοιπο του νερού.

"Εντάξει μωρέ, καλά είμαι τώρα."
"Κάτσε λίγο, αφού ξέρεις ότι όποτε μου παρουσιάζεται, δε χάνω οποιαδήποτε ευκαιρία να σε μπαλαμουτιάσω."

Βάζουμε τα γέλια και μετά σοβαρεύω, του λέω για τον φίλο μου που χάθηκε και που βλέπω το πρόσωπό του παντού, και για τα βράδυα που φοβάμαι να πέσω για ύπνο στο κρεββάτι. Με παίρνει αγκαλιά, αν μας έβλεπε κάποιος απ' έξω θα σκεφτόταν ότι θα είμασταν κανα ζευγαράκι, ξέρεις, όπως κι όλα τ΄αλλα, τίποτα το ξεχωριστό.

"Άντε πάμε τώρα, λείπεις πολλή ώρα από μέσα."

Ο Πέτρος μου ανοίγει την πόρτα και με τη βροντερή του φωνή μου λέει:

"Έμπαινε, θ' αρπάξεις καμμιά πνευμονία."
"Ευχαριστώ πολύ ρε Πετράν."

Ο Περικλής πίσω από το μπαρ έρχεται στη μεριά μου χαμογελαστός.

"Σου είπα τα δικά μου πριν και ζήλεψες, είπες να μου πάρεις τη δόξα, ε;" μου είπε αναφερόμενος σε μία κρίση που είχε λίγες μέρες πριν όπου το σώμα του πήρε την πρωτοβουλία να τον τρομοκρατήσει με τα καμώματά του. Γέλασα και του χάιδεψα τα μαλλιά. Είδα μία κοπελίτσα να μας κοιτάει πλάγια, μάλλον θα σκεφτότανε "Να, άλλη μία γκόμενα που την πέφτει στον μπαρμαν, λες κι είναι τίποτε το ξεχωριστό από οποιαδήποτε άλλη εδώ μέσα..."

Λίγες ώρες πιο μετά, καθώς γυρνούσα σπίτι, χαμογελούσα καθώς έφερνα πάλι στο νου μου όλη εκείνη την όχι ιδιαίτερα ξεχωριστή βραδιά, με τους όχι και πολύ ξεχωριστούς ανθρώπους και την -για λίγη ώρα- καθόλου ξεχωριστή πρωταγωνίστρια στο τυπικό και όχι και πολύ σπουδαίο θεατράκι στο αγαπημένο -αλλά κατά τ' άλλα ίδιο με όλα τα υπόλοιπα- στενάκι στου Ψυρρή.

Το πόσο ιδιαίτερη είναι η αγάπη μου για όλους αυτούς τους ανθρώπους και την ώρα του χρόνου που μοιράζομαι μαζί τους κάθε τόσο, νομίζω μόνο με ένα ποστ σαν και τούτο, μικρό και καθόλου ξεχωριστό, θα μπορούσα να περιγράψω.

posted by mindstripper @ 3/28/2009 12:46:00 pm  | 11 Comments |  Links to this post | 

Saturday, March 21, 2009

Μπλε βροχή

Έβαψα τα νύχια μου μπλε, σκέφτομαι όλο και πιο έντονα τον τελευταίο χρόνο ότι θα ήθελα να βάψω τα μαλλιά μου κάτασπρα. Για κανέναν λόγο. Απλά επειδή θα μου άρεσε. Δεν ξέρω μερικές φορές γιατί οι άνθρωποι όταν τους λες κάτι που κατά την πλειοψηφία θεωρείται καταθλιπτικό ή τέλος πάντων είτε λόγω συνήθειας είτε λόγω στατιστικών έχει συνδεθεί με έννοιες και εικόνες γκρίζες, το προεκτείνουν επάνω σου με έναν τρόπο αυθαίρετο και εξ' ορισμού εγωκεντρικό. Η μηδενική προσπάθεια του να κατανοήσει αυτός που έχω απέναντί μου την ουσία αυτών που λέω, και όχι την επίδραση αυτών στον προσωπικό του ψυχισμό και το "εγώ" του, νομίζω ότι μερικές σπάνιες φορές με οδηγεί σε σημείο μισανθρωπίας. Ύστερα υποχωρώ με μικρά βηματάκια προς τα πίσω χωρίς να γυρίσω την πλάτη μου στον συνομιλητή μου. Όχι επειδή δεν είναι ευγενικό, αλλά επειδή θέλω να κοιτάζω τα μάτια του όταν με βλέπει να φεύγω. Συνήθως δεν αλλάζουνε έκφραση - παραμένουν κενά και στραμμένα προς τα μέσα, όπως ήταν εξ' αρχής.

Σήμερα το πρωί καθώς έπλενα τα πιάτα, ένα μικρό βαθύ μου γλίστρησε από το χέρι και έσπασε πάνω στον μαρμάρινο νεροχύτη της κουζίνας. Τα κομμάτια του εκτοξεύτηκαν παντού μέσα στο χώρο. Έμεινα ακίνητη για να εντοπίσω σε πρώτο χρόνο όλες τις γωνίες που ήταν γεμάτες με θρύψαλλα, και την ίδια ώρα έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτομαι με ένα σχετικό θράσος γιατί ήτανε ανάγκη να σπάσει το συγκεκριμένο πιάτο, αφού τόσες φορές ένα σωρό άλλα μου έχουνε πέσει από τα χέρια, κι όμως εκείνα δεν είχανε πάθει απολύτως τίποτα. Οικτρός τρόπος σκέψης, να τα βάζω με ένα πιάτο που δεν άντεξε όσο έχουν αντέξει άλλα σε ίδιο χτύπημα, χωρίς να λογαριάσω τη φτιασιά και την κατανομή του.

Έχει τραβήξει την προσοχή μου ο ήχος από ένα συγκροτηματάκι από το Brooklyn, τους Plushgun, που έχουν ήχο κάπως Αγγλικό αλλά όχι ακριβώς. Τους ακούω και σκέφτομαι ότι είκοσι χρόνια πριν, τα τραγούδια τους θα με έκαναν να ξεκινάω τις μέρες μου με μικρά-μικρά χορευτικά πηδηματάκια και ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Τότε που το πιάτο απλά ή θα έσπαγε ή όχι, και κανένας μα κανένας δεν θα ασχολούταν μαζί του εκτός από τη μάνα μου που θα δυσανασχετούσε γιατί θα είχε ένα λιγότερο σερβίτσιο για τις φακές το μεσημέρι.

Αυτή η βροχή απόψε με πασάλειψε με χρώμα μπλε. Στην αρχή γέμισε τα πνευμόνια μου με μία νοσταλγία ανήλικη και χαριτωμένη και τώρα με τραβάει από το χέρι να βγω έξω. Τώρα που όλα έχουνε καθαρίσει. Ίσως περάσω κι από κείνο το στενάκι λίγο πιο πέρα στη γειτονιά, που είναι γεμάτο μετανάστες και μοσχομυρίζει καψαλισμένο ξύλο και χασίσι.

Καλό Σαββατόβραδο.

posted by mindstripper @ 3/21/2009 08:58:00 pm  | 10 Comments |  Links to this post | 

Thursday, March 12, 2009

Ένα παιδί, ο θάνατος

Έχω πάθει ένα σοκ με τον έφηβο που μπήκε στην παλιά του τάξη και άρχισε να εκτελεί παιδιά στο διάβα του. Να τα εκτελεί σημαδεύοντάς τα στο κεφάλι, να αδειάζει τη Μπερέττα του πατέρα του, ύστερα να την γεμίζει πάλι, έπειτα να ανοίγει ξανά την πόρτα από την τάξη του ρωτώντας "Δεν έχετε πεθάνει όλοι ακόμα;"

Από χθες όποτε πετάγεται μία καινούργια είδηση για την υπόθεση στο iGoogle, τρέχω να διαβάσω το κάθε τί, προσπαθώ κι εγώ μαζί με χιλιάδες άλλους ανθρώπους να καταλάβω το γιατί. Εικόνα δεν έχω δει ούτε μία, μόνο διάβασα εξ' αρχής όλες τις περιγραφές, ένιωσα μαζί με τον παραλογισμό και το σοκ να φουντώνει ένα μίσος μέσα μου, ένα μίσος που μεγάλωνε φορά με τη φορά, όσο συνέχιζα να διαβάζω κι άλλες, αναλυτικότερες περιγραφές για τον ανήλικο εκτελεστή παιδιών.

Μόλις λίγη ώρα πριν έκανε την εμφάνισή του στους Times Online ένα νέο βίντεο. Η αγγελική σχεδόν φάτσα του δολοφόνου συνοδευόταν από τη λεζάντα "The moment the German gunman dies". Για δευτερόλεπτα έκατσα ακίνητη σκεπτόμενη να κάνω κλικ στην εικόνα, να δω τη στιγμή που το κάθαρμα αυτό πήρε την ίδια του τη ζωή όταν είδε ότι είχε περικυκλωθεί από την αστυνομία.

Ύστερα κατάλαβα για άλλη μία φορά πόσο εύκολο είναι να απορροφηθώ μέσα σε μία στιγμή από όλα αυτά που τρέμω και παρατηρώ γύρω μου καθημερινά. Πανικοβλήθηκα σχεδόν όταν κατάλαβα ότι η βία είχε πλήρη έλεγχο των σκέψεων μου. Έμεινα εκεί να κοιτάζω το πρόσωπο του δολοφόνου για ώρα πολλή, μέχρι που στο τέλος, αυτό που στράγγιξε μέσα μου ήτανε μονάχα λύπη, μόνο θλίψη απερίγραπτη. Ύστερα έφυγα από τη σελίδα των Times.

Άραγε να γύρισε και να πυροβόλησε στο κεφάλι και τη μικρή που καθόταν στο ίδιο το θρανίο που καθόταν κι εκείνος παιδάκι 3-4 χρόνια πριν;

posted by mindstripper @ 3/12/2009 03:27:00 pm  | 10 Comments |  Links to this post | 

Wednesday, March 11, 2009

Εδώ δεν είναι...

Η κούραση είναι μεγάλη. Δεν ξέρω πώς μπόρεσα μέσα σε ένα χρόνο να αλλάξω τόσο πολύ. Ίσως πάλι και να μην άλλαξα, παρά μόνο να κοίταξα επιτέλους τον εαυτό μου γυμνό στον καθρέφτη. Έχει κι αυτό τη σημασία του. Όπως η αρχή σε μία ταινία θρίλερ. Ή το τέλος σε ένα ευτυχισμένο διαζύγιο.

Προχθές νωρίς το πρωί φύσαγε πάρα πολύ. Τα χάρτινα σκουπίδια στους δρόμους είχανε στήσει τρελό χορό πάνω και τριγύρω απ' αυτούς, πέφτανε με δύναμη πάνω στα παμπρίζ των αυτοκινήτων, στροβιλίζονταν πάνω από τα κεφάλια ανυποψίαστων περαστικών που έσκυβαν να τ' αποφύγουνε φοβισμένοι. Καθώς πήγαινα στη δουλειά, έτσι κολλημένη όπως ήμουν στην κίνηση, κοίταξα ψηλά έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου μου. Είδα ένα πουλί μια σταλιά μικρό να παίζει με το βάρος του στον αέρα, να αφήνεται να πέσει στο τίποτα και ύστερα με δύο φτερουγίσματα να δρασκελίζει πάλι τρεις πιθαμές ψηλά. Ύστερα να αφήνεται γι άλλη μια φορά στο κενό. Κι ύστερα, ξανά, να δίνει μια σπρωξιά και ν' ανεβαίνει κόντρα στον άνεμο. Τα δέντρα γύρω γέρνανε ασταμάτητα προς όλες τις κατευθύνσεις, το φύλλωμά τους ασημένια θαλασσοταραχή κάτω από το πρωινό φως. Δυνάμωσα τη μουσική. Το Δεύτερο έπαιζε Πλιάτσικα.

Ήταν να φύγουμε μαζί, όμως πηγαίνω μόνος.
Μόνος παλεύω τον καιρό, κι όπου με βγάλει ο δρόμος.


Χαμογέλασα. Άλλη μία θλιμμένη σκηνή που πήρε αμέσως φωτιά μπροστά στα μάτια μου κι απλώθηκε δροσερή αλοιφή-γιατρικό πάνω στης ψυχής τα μελανά σημάδια. Ετούτο το μπλογκ σκιαγραφεί εδώ και καιρό έναν άνθρωπο που πάλευα ν' απαρνηθώ, νόμιζα ότι δεν ήτανε κομμάτι δικό μου, πίστευα ότι αποτελούσε μόνο μία αντίδραση απέναντι σ' αυτά και σ' αυτούς για τους οποίους είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να δίνει μία πεντάρα. Χαζά πραγματάκια, παιδιάστικα.

Εδώ δεν είναι ούτε ιστορία τρόμου, ούτε κοινωνικό δράμα. Μόνο αυτό που πρέπει να είναι, δηλαδή ένα παραμύθι για μεγάλους, που στο τέλος η φιγούρα του Lemony Snicket φεύγει χορεύοντας και γελώντας κόντρα στο ηλιοβασίλεμα, φτύνοντας εδώ κι εκεί, μέσα κι έξω από το μονοπάτι του, και τραβώντας επιδεικτικά το βρακί έξω από τον ποπό του.

posted by mindstripper @ 3/11/2009 11:50:00 pm  | 6 Comments |  Links to this post | 

Friday, March 06, 2009

Ακόμα κι αν...

...οι άλλοι βουλιάξουν κι εμείς κουτσά-στραβά επιζήσουμε,
ένα κι ένα κάνουνε το τίποτα που θα συνεχίσουμε να είμαστε.

posted by mindstripper @ 3/06/2009 03:46:00 pm  | 2 Comments |  Links to this post | 

Thursday, March 05, 2009

Μια βόλτα στο Σύνταγμα

Μπαίνοντας στον σχετικά άδειο εκθεσιακό χώρο του Συντάγματος, στην 5η Μπιενάλε των φοιτητών των Ανωτάτων Σχολών Καλών Τεχνών της Ελλάδος, έβγαλα δειλά δειλά την Nikon από την τσάντα μου. Ξεθάρρεψα όταν είδα έναν τύπο να βγάζει κι αυτός φωτογραφίες από τα έργα, πέρασα την κορδέλα της μηχανής βραχιόλι τριπλογυρισμένο γύρω από το χέρι μου και ξεκίνησα τις γύρες μου μέσα στο χώρο, με ρυθμούς αργούς - μπορεί η βόλτα αυτή να ξεκίνησε σαν μία υπόσχεση σε μακρυνή διαδικτυακή φίλη, αλλά με είχε γυρίσει 25 χρόνια πίσω. Τέτοιες πολύχρωμες μηχανές χρόνου σπανίζουνε όσο περνάει ο καιρός και ήδη, δεν ήθελα να κατέβω πάνω από τούτη.

Είχα σχεδόν ξεχάσει το σκοπό της επίσκεψής μου, όταν άκουσα μία μικρή χαρούμενη τσιρίδα πίσω μου. Έπεσε τόσο ξαφνική μέσα στη σιωπή του χώρου που γύρισα ασυναίσθητα να δω από που προερχόταν.

"Νά' το! Το βρήκα!"

Είδα ένα μικρό κοριτσάκι να χοροπηδάει και να στέκεται μπροστά από εκείνο ακριβώς το έργο που έψαχνα να βρω κι εγώ η ίδια. Δίπλα του στεκόταν ένας κύριος πολύ μετρημένος με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό του, το οποίο δεν μπορούσα να δω, παρά μονάχα να το ακούω.

"Βρήκες το κοριτσάκι που σου άρεσε;"

Η μικρή είχε ήδη αρχίσει να ξεφυλλίζει ανυπόμονα τον τυπωμένο οδηγό της έκθεσης. Ο παππούς της στεκόταν σχεδόν από πάνω της και την βοηθούσε να εντοπίσει τη ζωγραφιά ανάμεσα στις σελίδες.

"Να, το βρήκα κι εδώ. Κοίτα!"

Ο παππούς έκανε λίγο παραπίσω κι άφησε τη μικρούλα να θαυμάσει μόνη της τον πίνακα. Μαζί του κι εγώ. Σε δευτερόλεπτα το αντικείμενο της φωτογράφισής μου είχε αλλάξει. Για την ακρίβεια, αυτό που άλλαξε ήταν το περιβάλλον συναίσθημα του αντικειμένου της φωτογράφισης. Με αποτέλεσμα ο πίνακας να έχει μεγαλώσει τόσο, που να κοντεύει να πιάσει όλη την αίθουσα. Κι επειδή θεώρησα τον εαυτό μου πολύ τυχερό που ήταν παρών σε μία τέτοια συνθήκη, αντί να αρχίσω να χοροπηδάω κι εγώ όπως η μικρή όταν βρήκε τον πίνακα, πάτησα το κουμπί της φωτογραφικής, αποφασισμένη να κλέψω έστω και μία από τις δικές της χρωματιστές πινελιές για μένα.

Με τέτοια χρώματα δεν μπορεί παρά το ξημέρωμα να είναι πάντα καλό.

  

posted by mindstripper @ 3/05/2009 12:28:00 am  | 5 Comments |  Links to this post |