@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Wednesday, March 28, 2007

Πρωινή φωτογραφία

Το πρωί που ξύπνησα, καθώς έπινα τον καφέ μου και κοίταζα έξω από το παράθυρο, είδα έναν άνθρωπο με κόκκινη φόρμα να σκουπίζει μία ταράτσα.

Ο αέρας πήρε τη σκόνη και την πήγε κατευθείαν πάνω στο λευκό σεντόνι μία κυρίας που πριν από λίγα μόλις λεπτά, το είχε απλώσει προσεκτικά-προσεκτικά, πάνω από τις γλάστρες της.

Ο άνθρωπος με την κόκκινη φόρμα κοντοστάθηκε λίγο, κοίταξε δεξιά του, κοίταξε αριστερά του, έκανε να αφήσει τη σκούπα στον τοίχο δίπλα του. Τελευταία στιγμή την άρπαξε και άρχισε να περνάει με μανία όλες τις γωνίες, η σκόνη γέμισε όλον τον τόπο, ο αέρας τη σκόρπισε και τη διέλυσε σαν σύννεφο καπνού πάνω από τις πολυκατοικίες και το σεντόνι της κυρίας.

Ύστερα είδα που ο άνθρωπος με την κόκκινη φόρμα έφυγε, η κυρία βγήκε στο μπαλκόνι της, έπιασε το σεντόνι, το τέντωσε στο φως, έπειτα το μάζεψε με απότομες κινήσεις, το τσαλάκωσε με δύναμη, το έκανε όλο ένα κουβάρι, το πέταξε πάνω στο τραπέζι του μπαλκονιού της, έκλεισε πίσω της τη μπαλκονόπορτα και δεν ξαναεμφανίστηκε.

Κάνει κρύο σήμερα κι εγώ τώρα είμαι στη δουλειά.
Κι έννοια στο μυαλό μου τό 'χω, άμα εκείνο το σεντόνι είναι ακόμα παρατημένο εκεί έξω βρεγμένο, βρώμικο και κοκκαλωμένο.

posted by mindstripper @ 3/28/2007 11:51:00 am  | 10 Comments |  Links to this post | 

Thursday, March 22, 2007

Η κανάτα και το ποτήρι

Πρόσεξε να δεις τί έχει να γίνει τώρα.

Είμαι ένας άνθρωπος που όταν με γνωρίσεις για πρώτη φορά, θα σου φανώ πρόσχαρος και κοινωνικός. Και μια χαρά παιδί είμαι δηλαδή, αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι παίρνω τα πράγματα πολύ σοβαρά ή ότι είμαι πολύ συναισθηματική-σλας-υπερβολική, βλάκας σαν τον πατέρα μου όπως το θέτει η μάνα μου, δεν ξέρω, δε με ενδιαφέρει, έτσι είμαι και είδα κι έπαθα να με δεχτώ χωρίς να με αμφισβητώ ή/και να με κατακρίνω κατά τη διάρκεια της μέχρι εδώ πορείας μου, φουλ στοπ.

Κουβαλάω μέσα μου πράγματα που στο παρελθόν με έχουνε στοιχειώσει - δεν ξεχνάω καθόλου εύκολα, κι αυτό όχι επειδή θέλω να βράζω στο ζουμί μου ή να διαιωνίζω καταστάσεις, αλλά επειδή δεν θέλω να είμαι αχάριστη. Δεν τη μπορώ την αχαριστία, τη συχαίνομαι. Θέλω να ξεδιψάω με το ένα ποτηράκι νερό, γιατί αυτό είναι που χρειάζομαι κι όχι ολόκληρη την κανάτα. Καλή είναι κι η κανάτα, δε λέω, αλλά άμα δεν την έχουμε εύκαιρη τί να κάνουμε δηλαδή; Να παραπετάξουμε το ποτηράκι; Όχι... ίσα-ίσα, το ποτηράκι εκείνη την ώρα είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός της γης.

Κάθομαι και γράφω τώρα για μένα και δεν ξέρω το γιατί. Για άλλο λόγο ξεκίνησα να γράφω σήμερα. Ξεκίνησα να γράφω για τη γιαγιά μου. Έχω γράψει κι άλλες φορές γι αυτήν. Η σημερινή θα είναι αλλιώς. Χωρίς κώδικες και κρυφά νοήματα και κουραφέξαλα. Χωρίς ντροπές και καβάντζες μην τυχόν και πέσει ετούτο το κείμενο σε μάτια που με ξέρουνε "αλλιώς", που με έχουνε συνηθίσει "αλλιώς", που τώρα θα με δούνε "αλλιώς" και που μπορεί ακόμα και όλο ετούτο που θα γράψω να το διαβάσουνε τελικά "αλλιώς". Τόσα και τόσα πράγματα μπορεί να έχω κάνει στη ζωή μου με έναν συγκεκριμένο τρόπο, σκεπτόμενη μην τυχόν και με παρεξηγήσει ο γείτονας, ο αδερφός, ο απλός γνωστός, μην τυχόν και δούνε τη ζωή τη δικιά μου "αλλιώς".

Αυτοί, οι άλλοι.
Τη δικιά μου τη ζωή.
Αλλιώς.

Εμένα η γιαγιά μου με μεγάλωσε. Αυτή μου έμαθε να κάνω κακά μου στο δοχείο. Αυτή με έμαθε να τρώω το αυγό κατευθείαν ζεστό από την κότα. Αυτή με έμαθε να πλένω τα μούτρα μου με νερό το πρωί κι ας γέμιζα όλον τον τόπο έξω από τον νιπτήρα με νερά. Αυτή με έμαθε να φυσάω με θόρυβο τη μύτη μου μέχρι να καθαρίσει από όλα τα μικρόβια. Αυτήν θυμάμαι να γυρνάει τη ρόκα στο δωμάτιο που είχαμε την τηλεόραση και να μοιρολογάει σιγά-σιγά, τραγουδιστά, το χαμό του παππού κάθε απόγευμα που έπεφτε ο ήλιος. Αυτήν θυμάμαι να αρμέγει τίς γίδες και τις προβατίνες και μετά να μου δίνει να πίνω το γάλα ζεστό-ζεστό στο μεγάλο το πλαστικό το κύπελο που μου έκρυβε το μισό πρόσωπο. Μ' αυτήν παρέα στο τραπέζι κάθε μεσημέρι, τσούγκριζα το ποτηράκι με το βαρελίσιο κρασί που έβαζε να γίνεται κάθε χρόνο, πέρα στην αποθήκη. Αυτήν ξεκινούσα να δω με το τρένο, δυό Σαββατοκύριακα κάθε μήνα όταν μεγάλωσα, όταν τέλειωσα το σχολείο και με ρούφηξε και μένα ετούτη η πόλη. Αυτήν έπαιρνα τηλέφωνο από την ξενιτιά, πιο συχνά από τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Μ' αυτήν έχω κάτσει κι έχω δει στην τηλεόραση τόσες Ελληνικές ταινίες, "βρε του μπαγάσα, του κατάφιρι του κουρίτσ', τα βλέπ'ς;" Μ' αυτήν κοιμόμουν παρέα στο κρεββάτι, μα ποιός ο λόγος να πήγαινα να κοιμόμουνα στο άλλο το μονό παραδίπλα, ποτέ μου δεν το κατάλαβα. Από το δικό της το ποτήρι έπινα νερό όταν δίψαγα, εκείνη με έμαθε να τρώω την καρδούλα από το μαρουλάκι και να δοκιμάζω με το δάχτυλο αν είναι νόστιμη η ζύμη από το κέηκ. Γι αυτή και μόνο γι αυτήν, θα μπορούσα να ντυθώ νύφη και να σύρω μπροστά στα μάτια της τον τσάμικο, όπως ακριβώς με έχει μάθει να τον σέρνω από παιδί.

Αυτή τη γιαγιά, που το είχε έννοια και καημό μεγάλο να φύγει με τα μυαλά τετρακόσια, εγώ την έχω δει να χάνει τον νου της χρόνο με το χρόνο. Την έχω δει άπειρες φορές να παθαίνει κρίσεις καρδιάς, της έχω τρίψει τα πόδια με οινόπνευμα επειδή "δεν τα αισθάνομαι κουρίτσι μ'...", της έχω βάλει κομπρέσες με χαμομήλι στο μέτωπο, της έχω βάλει τη μασέλα στο ποτήρι. Αυτή τη γιαγιά, την έχω δει σιγά-σιγά να χάνει την όρασή της - και πόσο μεράκι το είχε να παίρνει τη ραπτομηχανή της και να κεντάει τις κουρτίνες και τα τραπεζομάντηλα έξω στην αυλή, κάτω από την κληματαριά τα καλοκαίρια... Η εγχείρηση καταρράχτη δεν πέτυχε στο ένα της μάτι, κι έτσι δεν πήγε ποτέ να κάνει και στο άλλο. Έμεινε να βλέπει με σκιές.

Αυτή τη γιαγιά, έχω δει χρόνο με το χρόνο να την παρατάνε στη μοίρα της τα ίδια της τα παιδιά, ακριβώς την εποχή που άρχισε να τα χρειάζεται όσο κανέναν άλλον στον κόσμο. Επειδή απλούστατα, δεν είχε κανέναν άλλον στον κόσμο. Επειδή ο παππούς, πριν πεθάνει, έκανε λάθος υπολογισμούς.

Λάθος... τί λέξη, ε; Λ ά θ ο ς.

Επειδή "άλλος πήρε τα χωράφια και σ' άλλον θέλουνε να τη φορτώσουν". Επειδή αυτό το γαμημένο το τρένο έπρεπε να περάσει από κείνο το γαμημένο κομμάτι της περιουσίας. Επειδή αυτά τα αδέρφια γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη φτώχεια, κι όταν κατάφεραν να σηκώσουν κεφάλι, ξέχασαν πώς είναι να το ξανακατεβάζεις που και που, ξέχασαν πώς ήτανε τότε, μάθανε να θέλουνε όλη την κανάτα για τον εαυτό τους και για τα δικά τους τα σπίτια, για την οικογένειά τους, γιατί πάνω από τη δική σου την οικογένεια δεν είναι τίποτ' άλλο, ακούς; Τίποτ' άλλο. Όμορφη, αθάνατη, αψεγάδιαστη Ελληνική οικογένεια...

Η γιαγιά τα τελευταία χρόνια μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία πιο συχνά κι απ' ότι πήγαινε κάποτε στην εκκλησία, τότε που με ξύπναγε μέσα στα χαράματα και μου ζήταγε συγχώρεση για να πάει να κοινωνήσει. "Άσε με ρε γιαγιά, αφού δε μού 'χεις κάνει τίποτα, άσε με να κοιμηθώ..."
Άλλοτε για σπασμένο ισχύο, άλλοτε για αφαίρεση χολής, τώρα με αιματοκρίτη στο 18, το μυαλό της χαμένο, τις αποκλειστικές να την ταϊζουν σαν το μικρό παιδί, τα παιδιά της να τσακώνονται πάνω από το κρεββάτι της.
Κι αν δεν είναι ετούτη η φορά που την είδα η τελευταία, τότε θα είναι η επόμενη. Και δεν μπορώ με λέξεις να το περιγράψω πώς είναι να βλέπεις έναν άνθρωπο που αποτελεί τις ρίζες σου στη ζωή να πεθαίνει κάθε φορά που τον αντικρύζεις, ξανά και ξανά, εκεί μπροστά στα μάτια σου. Και συ να κάθεσαι να κοιτάς, να περιμένεις, ν' ακούς τις σκέψεις σου και να θες να τις αφαιρέσεις με χειρουργικό νυστέρι από το μυαλό σου.

Μη μου πεις "γιατί το ένα", "γιατί το άλλο", γιατί εδώ δε θέλω να μιλήσω για ανθρώπους αλήτες και τιποτένιους.
Αλλά δε θέλω και να τους ξεχάσω. Δεν πρέπει να τους ξεχάσω, είναι ο λόγος που θα προσπαθήσω με νύχια και με δόντια να παραμείνω αυτό που έχω γίνει.
Όχι, πολύ μίλησα γι αυτούς και δε θέλω.
Εγώ θέλω να μιλήσω για σένα και να σου πω να μη σε νοιάζει για τη γαμημένη την κανάτα, να σε νοιάζει μόνο για το ποτήρι. Μπορείς να το κάνεις αυτό; Και να θυμάσαι και τα κακά, να μην τα ξεχνάς ποτέ τα κακά, γιατί αλλιώς ξεχνάς να εκτιμάς.

Ξεχνάς να θυμάσαι.


Juanita, Xilaren και Καπετάνισσα, εγώ τώρα εξ' αιτίας σας, απέκτησα έναν μικρό ανθρώπινο θησαυρό. Σας φιλώ και σας ευχαριστώ.

posted by mindstripper @ 3/22/2007 12:10:00 am  | 9 Comments |  Links to this post | 

Tuesday, March 20, 2007

Η λέξη

Όταν ήμουν μικρή, το βράδυ που έπεφτα να κοιμηθώ περνούσαν από το μυαλό μου μαύρες σκέψεις. Σκεφτόμουν ότι η γιαγιά μου αρρώσταινε και πέθαινε, κι έτσι ξαπλωμένη όπως ήμουν με παίρνανε τα κλάμματα. Ύστερα σκεφτόμουν πόσο χαζή ήμουν, σκεφτόμουν ότι η γιαγιά μου ήτανε μια χαρά και δε θα πάθαινε τίποτα. Έπαιρνα μερικές βαθιές ανάσες, γυρνούσα στο πλευρό μου και κοιμόμουνα.

Χτες βράδυ, όταν έπεσα να κοιμηθώ, ήρθε πάλι στο μυαλό μου εκείνη η σκέψη. Αυτή τη φορά όμως δεν έκλαψα. Μόνο η λέξη "λύτρωση" μου ερχόταν συνέχεια στο μυαλό. Μετά θυμήθηκα εκείνο το πράγμα που ένιωθα όταν άκουγα τους μεγάλους να μιλάνε ψυχρά για τον θάνατο των δικών τους. Θυμάμαι ότι θύμωνα. Θυμάμαι ότι δεν μπορούσα να βρω τη λέξη που χαρακτήριζε τη συμπεριφορά τους. Κι ακόμα δεν την έχω βρει. Όμως τώρα ξέρω πλέον το χρώμα και τη γεύση της. Μυρωδιά δεν έχει. Δεν έχουνε μυρωδιές τέτοιες λέξεις, μόνο ρουφάνε σαν το σφουγγάρι τις μυρωδιές των άλλων.

Ύστερα πήρα μερικές βαθιές ανάσες, γύρισα στο πλευρό και κοιμήθηκα.

posted by mindstripper @ 3/20/2007 09:07:00 am Links to this post | 

Sunday, March 18, 2007

Ανταλλαγή λάμψεων

- Έλα δω!
- Τί θες και φωνάζεις; Που νομίζεις ότι είσαι, σε μπαρ;
- Έλα δω ντε!

Ο Γ., ετών 40 κάτι, τεχνίτης στα ποτά και δάσκαλος στην ψυχογραφία του πελάτου μέσα σε δέκα -το πολύ δεκαπέντε- λεπτά, παίρνει ύφος υπεροπτικό και πλησιάζει τάχα απειλητικά.

- Λέγε τί θες από τη ζωή μου.
- Θέλω να το δω.

Οι μυς του προσώπου του συσπώνται άγαρμπα, τα μάτια του στρογγυλεύουν και γίνονται τεράστια, είμαι σίγουρη ότι αν ξεχαστεί έτσι και δεν πάρει ανάσα στα επόμενα δέκα δευτερόλεπτα, τα αυτιά του θα αρχίσουν να βγάζουνε πράσινους καπνούς.

- Τι;... Εδώ μέσα;

Κοιτάει γύρω καχύποπτα και αγριεμένα. Το μπαρ είναι γεμάτο. Η μπάρα ξεχειλίζει από ποτά, σφηνοπότηρα και μπουκάλια μπύρας, χέρια σηκώνονται, άλλα κατεβαίνουν, σύννεφα καπνού μπλέκονται μεταξύ τους, αλλάζουν σχήματα και κάνουνε τσουλήθρα πάνω σε μικρές, χρωματιστές δέσμες φωτός. Νοιώθω το μπάσο της μουσικής από τον κάτω όροφο να διαπερνάει τη σπονδυλική μου στήλη μέσω του ξύλινου πατώματος, βλέπω δυο-τρία ζευγάρια μάτια από τη διπλανή παρέα να μας κοιτούν περίεργα.

- Ε, ναι, νομίζεις μόνο με το κουτί θα την βγάλεις καθαρή; Θέλω να το δω.

Σκύβει το κεφάλι προς ένδειξη προβληματισμού, αλλά εγώ ήδη έχω διακρίνει στα μάτια του εκείνη τη σπίθα που ανάβει κάθε φορά που μιλάει για εκείνη. Σηκώνει τα μάτια, βλέπω αντί για έναν άντρα, ένα πιτσιρίκι φουσκωμένο από χαρά και περηφάνεια, τόσο πολύ, που λέω θα κάνει ένα "παφ" και θα σκάσει εδώ δα, μπροστά μου, σαν το μπαλόνι. Σκύβει σε μία άκρη, βγάζει το μπουφάν του, ένα κουβάρι τεράστιο τυλιγμένο. Κρατώντας το έτσι, βάζει το χέρι του σε μία τσέπη, βγάζει ένα μαύρο κουτί, το ίδιο που μου έδειξε από μακρυά μόλις πριν πέντε λεπτά. Το ξαναβάζει μέσα, σηκώνει όλο τον μπόγο και τον φέρνει πάνω από τον πάγκο. Σκύβουμε και οι δύο, τα πρόσωπά μας αντικρυστά στον τοίχο, οι πλάτες μας προστατευτικό τείχος για τα περίεργα μάτια, τα παιδιά της διπλανής παρέας είμαι σίγουρη ότι σε λίγα λεπτά θα με φωνάξουν να με ρωτήσουν άμα παίζει κανένα καλό σταφ, η σκηνή όλη κρατάει γύρω στα πέντε με οκτώ δευτερόλεπτα. Ανοίγει το κουτί, με κοιτάει, το βλέμμα του λίγο παραπονεμένο, ζητάει επιβεβαίωση.

- Λες να μην της αρέσει;

Το δαχτυλίδι που αντικρύζω είναι ένα πολύ απλό, πολύ όμορφο δαχτυλίδι.

- Το δαχτυλίδι είναι πανέμορφο κι εσύ είσαι βλαμμένος.
- Γιατί;
- Γιατί μου κάνεις χαζές ερωτήσεις. Πώς είναι δυνατόν να μην της αρέσει; Αφού σ' αγαπάει και το ξέρεις.

Ξαφνικά λάμπει ολόκληρος. Και είμαι σίγουρη ότι μαζί του λάμπω κι εγώ. Κι έτσι όπως νιώθω ένα χέρι στο μπράτσο μου, γυρίζω και βλέπω την Χ., που έρχεται στη γωνιά της να δώσει άλλη μία παραγγελία. Λάμπει κι αυτή και μου κλείνει το μάτι.

- Στο έδειξε;
- Ναι, μόλις τώρα.
- Τον είδες πώς είναι απόψε;
- Τον είδα, τον είδα...

Για όλους τους υπόλοιπους, η βραδυά ήτανε μία κανονική βραδυά, με μπόλικη κίνηση και πολλή δουλειά.
Για λίγους από μας, το βράδυ της Παρασκευής ήτανε μία κρυφή ανταλλαγή λάμψεων.

Κι έτσι θυμήθηκα μετά από αρκετό καιρό, πόσο ωραίο είναι στ' αλήθεια, απλά να χαίρεται κάποιος με τις χαρές των άλλων.

posted by mindstripper @ 3/18/2007 07:53:00 pm  | 3 Comments |  Links to this post | 

Tuesday, March 13, 2007

Πέντε - Για την Ελλάδα ρε γαμώτο

1. Νοσοκομείο ΙΚΑ, μέσα Φλεβάρη 2007. Κλείσιμο ραντεβού για μία μαγνητική τομογραφία. Το γόνατό μου εδώ και έναν χρόνο, κάνει τριπλό κρακ με οποιαδήποτε κίνηση κι αυτό, όποιος μάγκας με πτυχίο έρθει και μου πει ότι είναι φυσιολογικό, να του καεί το καρμπυρατέρ. Τη μαγνητική έπρεπε να βάλω μέσον για να μου τη γράψουνε - βλέπεις μία τύπισσα (όχι όποια κι όποια, αλίμονο, ορθοπεδικός η γυναίκα) από την ακτινογραφία και μόνο συμπέρανε ότι είμαι καλά. Υποθέτω το καρμπυρατέρ θα της έχει καεί μέχρι τώρα, προσωπικά ελπίζω να της έχουν καεί και το πλυντήριο και το ψυγείο της. Έβαλα μέσο λοιπόν, για να μου γράψουνε μία μαγνητική που κοστίζει όσο ένας μήνας κρατήσεων από το μισθό μου.

2. Σαράντα μέρες αναμονής, με σκοπό όχι την καθε αυτού διεξαγωγή της μαγνητικής, αλλά την έγκριση αυτης από αρμόδιο επιτροπή. Σχόλιο εκνευρισμένης κυρίας κατά την έξοδό της από το "μαγαζί": "Αν δε θέλουν να σου δώσουν έγκριση, δε θα σου τη δώσουν, είναι τόσο απλό." Μα τι;... Να μη μου δώσουν την έγκριση για μία μαγνητική που κοστίζει όσο ένας μήνας κρατήσεων από το μισθό μου; Θυμήθηκα τότε στον Ευαγγελισμό που είχα πάει με παραπεμπτικό για υπέρηχο καρδιάς. "Πόσο χρονών είσαι; Είσαι πολύ μικρή, δε σου κάνουμε τίποτα. Δεν έχεις τίποτα, φύγε." Με το ίδιο παραπεμπτικό, το ίδιο απόγευμα σε ιδιωτικά ιατρεία, το πόρισμα ήταν ότι είχα φύσημα στην καρδιά.

3. Μικρή αίθουσα διαστάσεων 4x5. Ώρα 9:50 π.μ. Άτομα σε αναμονή: 8-10. Ίδια αίθουσα, ώρα 10:45 π.μ. Άτομα σε αναμονή: 25 μέσα, 8-10 έξω. Μία μαμά με το μωράκι της αγκαλιά. Δύο παππούδες σχεδόν κουτσοί, άλλος ένας με το γύψο στο χέρι. "Όταν έρθει η επιτροπή θα φωνάξουμε τα ονόματα αυτών που έχουν παραδώσει τα παραπεμπτικά", παγωμένη πιο πολύ κι από πρόσωπο πεθαμένου η φωνή της γραμματέως. Η επιτροπή θα έπρεπε να είναι εκεί από τις 10 και μισή που ήταν το ραντεβού μου. Το ραντεβού για μία μαγνητική που κοστίζει όσο ένας μήνας κρατήσεων από το μισθό μου. Οι εγκρίσεις ξεκινήσανε να δίνονται στις 11 και 10.

4. Η μαγνητική μου εγκρίνεται. "Θα πάτε απέναντι, να σας κλείσουν ραντεβού για το πότε θα την κάνετε." Παίρνω τα χαρτιά και τις ακτινογραφίες, περπατάω ένα τετράγωνο, περνάω έναν δρόμο μποτιλιαρισμένο δίχως φανάρια, πάω "απέναντι", κατεβαίνω σκαλιά, παίρνω υπογραφές, ανεβαίνω σκαλιά, παίρνω σφραγίδα, μου τη βάζει αλλού, "όχι εκεί, εδώ", τη βάζει σωστά, κατεβαίνω σκαλιά, τα κοιτάζω και στο μυαλό μου έρχεται ο παππούς με την πατερίτσα, κλείνω το γαμω-ραντεβού για τη μαγνητική. Ένας νοσοκόμος μου κάνει καμάκι. Θέλω να του ρίξω γροθιά στα μούτρα. Η κυρία μπροστά μου -γνωστή από την αίθουσα 4x5- μου χαμογελάει γλυκά φεύγοντας: "Κοντεύεις κι εσύ, κουράγιο..." Κουράγιο για μία μαγνητική που κοστίζει όσο ένας μήνας κρατήσεων από το μισθό μου.

5. Δουλεύω 11 χρόνια σε τούτο το κωλοχανίο. Δεν έχω μείνει ποτέ μου άνεργη και δοξάζω το Θεό γι αυτό. Δεν έχω πάθει ποτέ μου κάποιο ατύχημα. Και δοξάζω το Θεό γι αυτό. Δεν έχω χάσει κάποιον δικό μου-δικό μου άνθρωπο. Και δοξάζω το Θεό γι αυτό. Δεν έχω νοσηλευτεί ποτέ σε νοσοκομείο. Και δοξάζω το Θεό γι αυτό. Το ραντεβού μου το κλείσανε για αύριο το απόγευμα στις πέντε και μισή. Και κοίτα κατάντια του Έλληνα ρε φίλε, δοξάζω το Θεό ΚΑΙ για αυτό. Για μία μαγνητική που κοστίζει όσο ένας μήνας κρατήσεων από το μισθό μου.

Τώρα που είναι της μοδός τα chain posts, είπα να κάνω ένα custom παιχνιδάκι.
Πέντε πράγματα είπαμε;
Πέντε.
Πέντε λέξεις;
Πέντε.
Πέντε μπλόγκερς;
Οχτακόσιοι πενήντα πέντε γίνεται;

Γίνεται;

Φωτιά στο κράτος σας.

posted by mindstripper @ 3/13/2007 04:12:00 pm  | 17 Comments |  Links to this post | 

Saturday, March 10, 2007

Το ξημέρωμα του Σωκράτη

Ο χρόνος σταμάτησε από την πρώτη σχεδόν λέξη.

Δε μου συμβαίνει πια τόσο συχνά, αλλά όταν συμβαίνει, συμβαίνει με την ίδια ένταση, τα ίδια συναισθήματα αναταραχής ψηλά στο στομάχι. Η αναπνοή μου επιβραδύνεται, σχεδόν ακινητοποιείται, όπως το κορμί της κόμπρας πριν την επίθεση. Το κεφάλι μου και τα χέρια μου ντύνονται μέσα σε έναν φλοιό, ζεστό και παχύ και γλυκό σα σιρόπι σοκολάτας. Ύστερα παρατάω ό,τι κάνω και ακούω τη φωνή και τη μουσική. Όχι πάντα τους στίχους, όχι σε τέτοιες στιγμές έκστασης, ίσως αργότερα, γιατί αν τους ακούσω εκείνη τη στιγμή, μπορεί ο φλοιός να σπάσει ξαφνικά και εγώ να βάλω τα κλάμματα. Όχι ότι αυτό είναι κακό, απλά μου χαλάει την αυτοσυγκέντρωση, την απόλαυση αυτής της ώρας, που τικ-τακ, τικ-τακ, σε λίγες στιγμές θα είναι παρελθόν, θα υπάρχει μόνο στο μυαλό μου ό,τι και να κάνω, όσα ποστ και να γράψω, όσα λόγια και να προσπαθήσω να πω.

Η φωνή του Σωκράτη Μάλαμα για ένα δευτερόλεπτο μου φέρνει στο νου το πρόσωπο του Μάνου Λοϊζου. Κι ακούω το γνωστό αγαπημένο "Ξημερώνει" όπως δεν το έχω ακούσει ποτέ από κανέναν. Μου φαίνεται τεράστιο κατόρθωμα, θα έπρεπε να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα θαύματα του κόσμου. Πώς μπορεί να έρθει κάποιος μία μέρα σαν όλες τις άλλες, μία ανύποπτη στιγμή, και να σε κάνει να ξεθάψεις εκείνο το παλιό βιβλίο από τα κάτω ντουλάπια της βιβλιοθήκης, να το ανοίξεις, να το ξαναδιαβάσεις, και να μην δώσεις την παραμικρή σημασία σ' εκείνα τα σημεία που είχες υπογραμμίσει τότε... Μόνο να το διαβάσεις από την αρχή σαν να είναι η πρώτη φορά, λίγο τρέμοντας, λίγο χαμογελώντας, συγκλονισμένος απ' αυτό που γίνεται μέσα σου, συγκλονισμένος από μία μικρή ανάσταση που ποτέ δε λογάριασες και ποτέ δε γύρεψες να σε βρει.

Η ερμηνεία του Σωκράτη στο "Ξημερώνει" που έχω τόσο αγαπήσει από τη φωνή της Χαρούλας, με γύρισε δώδεκα χρόνια πίσω. Τότε που είχα ακούσει για πρώτη φορά στο Βρεττανικό ραδιόφωνο το "Street Spirit" από τους Radiohead και που, στο τέλος του τραγουδιού, είχα πιάσει τον εαυτό μου να στέκεται με σκυμμένο το κεφάλι μπροστά από τα ηχεία και με τις γροθιές σφιγμένες πάνω στο τραπέζι.

Όταν η ψυχή βρίσκει τον τρόπο να βγει για λίγο στον έξω κόσμο, δεν ξέρω τί είναι αυτό που πονάει πιο πολύ: η απρόσμενη έκθεσή της στο υπερβολικό φως, ή η επιστροφή -ακόμα και η σκέψη αυτής- στην μισοσκότεινη κρυψώνα της.

Όπως και νά 'χει, εγώ όλο κι όλο, ένα "ευχαριστώ" στο Σωκράτη ξεκίνησα να πω.

...

Άντε στη Νοοτροπία τώρα, να σε κεράσουμε ένα σούσι.

posted by mindstripper @ 3/10/2007 10:21:00 am  | 7 Comments |  Links to this post | 

Saturday, March 03, 2007

In sickness not

Όταν ήμουνα μικρή και αρρώσταινα, θυμάμαι πάντα τη μάνα μου να παθαίνει χειρότερο πανικό από μένα. Της πέρναγε μόνο όταν έβαζα η ίδια τα κλάμματα. Αλλά θυμάμαι τη γλυκιά αίσθηση από το δροσερό χέρι της πάνω στο μέτωπό μου τις ώρες του πυρετού. Κι απ' αυτές, τις αρρώστειες, δύο εικόνες έντονες έχω ακόμα και τώρα στο μυαλό μου χαραγμένες.

Η μία ήταν όταν ο πυρετός μου είχε φτάσει 40 και μισό μέρα μεσημέρι, κάπου στην τετάρτη Δημοτικού. Η μάνα μου με είχε αγκαλιά, με νανούριζε και έκλαιγε, κι εγώ ήρεμη, σχεδόν παράλυτη, έβλεπα μορφές να περπατούν στο ταβάνι. Μετά νομίζω είχε έρθει ο γιατρός. Μετά δε θυμάμαι.

Η δεύτερη ήτανε σε μικρότερη ηλικία, σε άλλο σπίτι. Είχε χτυπήσει το τηλέφωνο μέσα στη νύχτα, άκουσα τη μάνα μου να μιλάει χαμηλόφωνα με τον πατέρα μου. Την επόμενη μέρα, ο πατέρας μου γυρίζοντας από τη δουλειά, μού 'φερε ένα μικρό κουκλάκι που στην κοιλιά του πάνω είχε ένα θερμόμετρο χώρου. Είχανε γελάσει όταν είχα δει τη θερμοκρασία του δωματίου και είχα πει ότι το κουκλάκι δεν είχε καθόλου πυρετό. Ύστερα ο πατέρας μου με φίλησε στο μέτωπο, πράγμα που ποτέ δεν συνήθιζε να κάνει όταν ήμουν άρρωστη, και έφυγε, αργά το βράδυ, να πάει στο χωριό του, που ήτανε ώρες μακρυά από την Αθήνα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήξερα ότι ο παππούς μου είχε πάθει κάτι κακό.

Τώρα, έτσι όπως κάθομαι στο δωμάτιο με τα πενήντα χαρτομάντηλα σε ετοιμότητα και τη σόμπα να μου ζεσταίνει τα πόδια, πίνω όσο τσάι προλαβαίνω ανάμεσα σε κρίσεις βήχα και υστερικών φτερνισμάτων, κοιτάζω το φεγγάρι που μόλις ξεμύτισε μέσα από τα σύννεφα, και σκέφτομαι πως όλο κι όλο, αυτό που θέλει ο άνθρωπος από τη ζωή του τελικά, είναι αυτό.

Ένα δροσερό χέρι και ένα φιλί στο μέτωπο.

posted by mindstripper @ 3/03/2007 06:06:00 am  | 22 Comments |  Links to this post |