@Gmail
@Our magic bus
@Pictureland
@Myspace
@Twitter
@Radiobubble

Previous Posts

Archives

Thursday, January 25, 2007

Ράδιο-μπλογκ

Καμμιά φορά τα μπλογκς μου θυμίζουν τον παλιό καλό καιρό της πειρατικής ραδιοφωνίας. Τότε που ο Φώτης αφιέρωνε στη Χαρούλα από τη Μηχανιώνα και η Τασούλα από τη Μεγάλη Βρύση με πολύ αγάπη και πόνο στον Αλέξη από το Βόλο.

Την εποχή των '80s, που ο αδερφός μου πάλευε με τα καλάι, τις αντιστάσεις και τις "αρμονικές", η μάνα μας ωρυόταν ότι θα καταστρέφαμε το λευκό ποινικό μητρώο του πατέρα μας κι εγώ έτρεχα στο δισκάδικο της γειτονιάς να φτιάξω κασέτες, είχε συμβεί ένα περιστατικό που όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει από τότε, όποτε το θυμάμαι, πάντα χαμογελάω.

Η ώρα θα ήτανε γύρω στις 11 παρά το βράδυ. Ο αδερφός μου είχε ξεκινήσει το πρόγραμμα και τις αφιερώσεις από τις 9. Τραγούδια δικής μας επιλογής διαδέχονταν το ένα το άλλο, καθώς το τηλέφωνο -στο αθόρυβο πάντα- ζήτημα να χτυπούσε μία φορά στο ένα τέταρτο. Κι έτσι όπως περνούσε η ώρα, ο αδερφός μου απελπίστηκε κι αποφάσισε να κατεβάσει τα ρολά νωρίτερα από το κανονικό.

"Και σ' αυτό το σημείο αγαπητοί ακροατές, θα περάσουμε στο προ-τελευταίο κομμάτι της εκπομπής, καθώς απόψε δεν έχουμε ιδιαίτερη ανταπόκριση και δεν παίρνουμε τηλέφωνα για αφιερώσεις."

Σε λιγότερο από ένα λεπτό, ο μουγγός αγγελιοφόρος κουδούνισε.

"Ναι γεια σας, είμαι ο Γιώργος και το ξέρω ότι το έχετε βάλει ήδη επειδή σας ακούω από την αρχή, αλλά θα ήθελα να ξανακούσω το 'Dust in the Wind'. Εμμμ... πειράζει να μην το αφιερώσω πουθενά;"

Είδα τον αδερφό μου να βάζει το ακουστικό στη θέση του χαμογελώντας κάτω από τα άγουρα μουστάκια του. Πριν προλάβει να τραβήξει το χέρι του, η συσκευή άρχισε να χορεύει πάλι στο αθόρυβο.

"Μην κλείνετε ρε παιδιά από τώρα. Δηλαδή αν δεν υπάρχουν αφιερώσεις δεν πάει η δουλειά; Αν είναι έτσι, το επόμενο το αφιερώνω σε σας και το σταθμό σας. Βάλτε εκεί ό,τι θέλετε, όλα ωραία είναι! Χρήστος από Τούμπα."

Κλείνοντας το τηλέφωνο ο αδερφός μου με κοίταζε με απορία. Δεν πρόλαβε όμως να μου πει τη σκέψη του γιατί το τηλέφωνο ξαναχτύπησε αμέσως.

"Ρε συ φίλε, γιατί τόσο νωρίς απόψε; Από το Τρίτο Σώμα Στρατού είμαστε και σ' ακούμε κάθε βράδυ. Θες μήπως να σου ρίξουμε καμμιά αναμετάδοση στα μεσαία; Αλλά όχι ακόμα, έτσι; Λίγο μετά τις 12 υπολόγιζε."

Ο αδερφός μου κόντεψε να πνιγεί με το ίδιο του το σάλιο. Όταν δε, τον πήρανε μία ώρα αργότερα τηλέφωνο από το Ηράκλειο Κρήτης, φοβήθηκα ότι θα πέσει κάτω ξερός και άντε μετά να συνέχιζα μόνη μου το πρόγραμμα.

Το τηλέφωνο την επόμενη μισή ώρα είχε πάρει φωτιά κι εγώ κόντευα να κατουρηθώ πάνω μου όχι από την χαρά μου, αλλά από τη ρημάδα την ανάγκη. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Μόλις είχα καταλάβει ότι οι κασέτες που παρήγγελλα κάθε εβδομάδα, ήτανε θησαυρός ανεκτίμητος - πιο πολύ κι απ' όσο νόμιζα δηλαδή. Έπρεπε οπωσδήποτε από την επομένη, ν' αρχίσω να μαζεύω λεφτά να πάρω ένα από εκείνα τα διπλά κασετόφωνα - άμα μου μάσαγε τις κασέτες αυτό το τρισκατάρατο κασετοφωνάκι του αδερφού μου μετά πάει, καταστροφή...

Μας πήρε η ώρα τρεις μέχρι να τελειώσουμε το πρόγραμμα και να πάμε για ύπνο. Το επόμενο βράδυ το τηλέφωνο είχε αρχίσει να χτυπάει πριν ακόμα ξεκινήσουμε το πρόγραμμα κι αυτό συνεχίστηκε για πολλές μέρες ακόμα, εβδομάδες ολόκληρες. Κάποια στιγμή, τα τηλέφωνα άρχισαν να αραιώνουν σιγά σιγά, μαζί και οι αφιερώσεις. O αδερφός μου ποτέ ξανά δεν "έκλεισε" νωρίτερα από το κανονικό. Ούτε τον άκουσα να ξανα-γκρινιάζει για το τηλέφωνο. Ακόμα κι όταν τα παιδιά από το Τρίτο Σώμα σταμάτησαν να μας αναμεταδίδουν.

Χτες βράδυ, είδα δυο ταινίες από τους αδερφούς Μαρξ, που μου έμοιαξαν με τραγούδια. Κι από κείνη την ώρα μου έχει έρθει αυτή η ασυγκράτητη επιθυμία να τα αφιερώσω κάπου, να τα αναμεταδώσω. Τώρα λοιπόν που η τεχνολογία έχει κάνει πράματα και θάματα, εγώ πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελάει πιο πλατιά κι από την Τζούλια Ρόμπερτς, όταν μου δίνεται ακόμα η ευκαιρία να πετάξω στο πρόγραμμα ένα κομμάτι και μία εικόνα αγαπημένη όπως αυτή που ακολουθεί, και που, ίσως σε κάνει να χαμογελάσεις, ίσως να βαρεθείς, ίσως να χειροκροτήσεις, ίσως και να αποδοκιμάσεις.



Όπως και νά 'χει όμως, "...όση αγάπη σού 'χω στείλει, είναι από μένα, το Βασίλη..."

Καλό απόγευμα και καλό υπόλοιπο εύχομαι. ;-)

posted by mindstripper @ 1/25/2007 05:29:00 pm  | 23 Comments |  Links to this post | 

Tuesday, January 23, 2007

Μελίγκρα

Ακούω διάφορα κατά καιρούς. Ότι έχω πάρει λέει τα μεράκια του παππού μου, το πείσμα της μάνας μου και το φιλότιμο του πατέρα μου. Παλιά τα πίστευα, μπορεί και για μερικά απ' αυτά να φούσκωνα από περηφάνεια. Αλλά τώρα πια όχι.

Ένα μάτσο παραμύθες είναι όλ' αυτά και το ξέρω, η ζωή μου το έχει διδάξει με τρόπο πολύ κατηγορηματικό. Έχω πάρει αυτά που επέλεξα να πάρω, από τους ανθρώπους που εγώ επέλεξα να ξεχωρίσω. Από την ευγενική κυρία Μιχαλία που έμενε στο διπλανό μας διαμέρισμα στην Πετρούπολη και είχε θυροειδή, από τον χαζό του χωριού, τον Πάνο τον μεγάλο, που ήτανε δυο μέτρα ψηλός, μίλαγε μουγκρίζοντας και περπάταγε σέρνοντας τα πόδια του, από τα ξαδέρφια μου που κοροϊδεύανε τη θεία μας τη Χαρίκλεια που ήτανε βαρήκοη και καθυστερημένη από γεννησιμιού της - μαζί μ' αυτά και οι μανάδες και οι πατεράδες τους. Από τον πάτερ Θωμά στη Θεσσαλονίκη που χαμογελούσε συνέχεια, από τον Αντώνη τον ανάρχα του σχολείου στη Λαμία, που είχε ξεβρακωθεί μπροστά σε δυο κορίτσια που του είχανε πει ότι κόλωνε να κατεβάσει τα βρακιά του μέσα στο σχολείο. Από τον Δημήτρη, τον φροντιστή μου, που μου έμαθε να αγαπάω το μοναδικό μάθημα που συχαινόμουν τόσο πολύ, τη Χημεία - ναι, η αγάπη, όπως και το μίσος, όπως και η αχαριστία, όπως και η μικρότητα μεταδίδονται όχι με ένα άγγιγμα, ούτε με μία αναπνοή, αυτά είναι όλα μπαρούφες. Μόνο με τα μάτια, μάτια που αλλάζουνε σχήμα και μέγεθος και ύφος και φωτεινότητα. Και με το χρόνο που τα αγκαλιάζει, κι αν τα αγαπήσει και του λόγου του, στο τέλος τα μεταμορφώνει σε κόκκινο κρασάκι που το πίνω, το πίνω και δεν το χορταίνω. Και ποιός ο λόγος να το χορτάσω κιόλας... Αν είναι να πεθάνω από κάτι κοινωνικά παράφωνο, ας πεθάνω μεθύστακας. Αγκαλιά με δύο κόπρους και μία νταμιτζάνα. Και η φωτογραφία στο πρωτοσέλιδο τράστ μι, θα είναι χαμογελαστή, όπως ακριβώς την θέλουνε τα κίτρινα κοράκια. And they will live happilly ever after. Στους κόπρους αναφέρομαι. Τα κοράκια ελπίζω να ψοφήσουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που έχουν επιβιώσει. Παρασιτικό και ασφυξιογόνο.

Όταν τα θεμέλια της πίστης χτίζονται μέσα από επίπονες διαδικασίες και ενοχικά σύνδρομα και τελικά μεταλάσσονται σε μία ελευθερία ακούνητη -κι απειλητική ακόμα- σαν το βράχο, τότε δύο τινά μπορούνε να συμβούν.

Ένα, να βρεθεί ο πρίγκηπας με το γυάλινο γοβάκι, που αργότερα θα το δώσει αντιπαροχή για ένα καλό DVD player, έναν ενισχυτή αυτοκινήτου και μία βίλα στο Λαγονήσι - μην κλαις Σταχτοπούτα αγάπη μου, δες το καινούργιο σου περιδέραιο. Ναι, είναι όλα αληθινά, μπράβο, χαμογέλα να φωτίσει το προσωπάκι σου καλή μου...

Η δεύτερη παραλλαγή είναι λίγο πιο psycho, και να σου πω την αλήθεια, δεν θα μπορούσε να είναι καθόλου διαφορετικά. Γιατί έτσι δεν έχω να φοβηθώ τίποτα απ' όλα τα ξωτικά που κρύβονται κάτω από τον φλοιό του εγκεφάλου μου και τον σκάβουν λίγο-λίγο κάθε βράδυ, μέχρι να τον κάνουνε λεπτό και διάφανο σαν φτερό πεταλούδας. Τα ξέρω πολύ καλά αυτά τα ξωτικά, τα κοροϊδεύω και τα βρίζω στα μούτρα τους. Πολλές φορές έχω μασκαρευτεί κι εγώ σαν του λόγου τους κι έχω ρίξει φτυαριές γερές σε μέρη πολύ βαθύτερα από τούτα που τα μικροσκοπικά διαβολάκια παλεύουνε κάθε βράδυ. Έχει πιο πολύ ενδιαφέρον αυτό. Γιατί μαθαίνω να χαρτογραφώ τις ζωές που περάσανε, τις πόλεις που αγάπησα κι άφησα πίσω μου και, ποιός ξέρει καμμιά φορά, μπορεί και να έρθει η μέρα που θα δώσω μία και θα γκρεμίσω κι εκείνο το ερειπωμένο παλιό-μπαρο που στέκεται καταμεσίς στο πουθενά με τους δύο κόπρους απ΄όξω. Όχι για να ορθώσω κανέναν ουρανοξύστη, αλλά για να φυτέψω μία κίτρινη τριανταφυλλιά, απ' αυτές τις άγριες, τις γεμάτες αγκάθια, που η μελίγκρα δεν τις πειράζει, ή που ακόμα κι αν τις πειράξει, μαθαίνουνε και ζούνε με δαύτη, και την κουβαλάνε επάνω τους μέχρι το τέλος του καιρού τους.

Δεν είναι το θέμα αν η τριανταφυλλιά με τη μελίγκρα βγάλει τόσο ωραία λουλούδια όσο οι άλλες που έχουν πράσινα, γυαλιστερά φύλλα.
Το θέμα είναι να γυρίσω και να κοιτάξω τα λουλούδια αυτά.
Κι ακόμα πιο σημαντικό απ' αυτό, το θέμα είναι να σκύψω και να τα μυρίσω.

Ο Πάνος ο μεγάλος και η Χαρίκλεια αυτό θα κάνανε.

posted by mindstripper @ 1/23/2007 01:09:00 am  | 6 Comments |  Links to this post | 

Monday, January 22, 2007

Φαντάσματα

Σήμερα πήγα μία βόλτα από τη φίλη μου τη Ν. Ανοιξιάτικη μέρα, ρουχισμός ελαφρύς, βρώμικο αυτοκίνητο, μάτια διψασμένα για το μπλε της θάλασσας, ο δρόμος μία ευθεία, οι αντανακλάσεις των αυτοκινήτων πούλιες αστραφτερές, μικροί φωτεινοί νάρκισσοι που πέθαιναν σε ελάχιστα δέκατα του δευτερολέπτου πάνω στα καθίσματα του αυτοκινήτου, στα ρούχα μου, στα ακροδάχτυλά μου.

Μπαίνοντας στη γνώριμη γειτονιά, πέρασα μπροστά από το ανοιχτό γηπεδάκι του μπάσκετ, εκεί που παίρναμε με τη Ν. την μπάλα του βόλλεϋ και πηγαίναμε να παίξουμε τα απογεύματα του καλοκαιριού. Έπειτα πέρασα μπροστά από το νεκροταφείο. Εκεί που είναι ο μπαμπάς της εδώ και 11 χρόνια. 11 ολόκληρα χρόνια που εγώ δεν έχω πάει ποτέ να τον επισκευτώ, παρά μόνο υποκρίνομαι κάθε φορά που μπαίνω στο σπίτι, ότι ο κυρ Σ. λείπει στα εξωτερικά. Το Παρίσι το αγαπούσε πολύ, θυμάμαι εκείνες τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που μου είχε δείξει εκείνα τα χρόνια η Ν., τα χρόνια που κοιμόμουν τις μισές μέρες της εβδομάδας στο δικό της σπίτι και τις άλλες μισές στων γονιών μου.

Είχε γέλιο πολύ βροντερό ο κυρ Σ. Του άρεσε να έρχεται έξω από το δωμάτιο της Ν. τα πρωινά των Κυριακών, και να με χαιρετά έξω από τη μισάνοιχτη πόρτα με φωνή-καμπάνα, που έκανε τουλάχιστον δέκα-δεκαπέντε γκλινγκ-γκλονγκ μέσα στο ναρκωμένο από τον ύπνο κεφάλι μου. Η Ν. προλάβαινε πάντα να τραβήξει το σεντόνι μέχρι τ' αυτιά της πανικόβλητη.

"ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑΡΙΟ; ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΣΤΕ;"
"Σταμάτα να φωνάζεις ρε μπαμπά, σ' ακούει, δεν είναι κουφή!"

Καθόταν πάντα στην κουνιστή πολυθρόνα του σαλονιού μπροστά στην τηλεόραση, αυτή που χρόνια τώρα συνεχίζει να λικνίζεται αμυδρά εκεί μονάχη της, κάθε φορά που μπαίνω στο σπίτι και περνάω από μπροστά της. Την κοιτάω, με κοιτάει κι αυτή, και χαιρετιόμαστε με τρόπο συνομωτικό. Βλέπεις, έχουμε μία κρυφή συμφωνία εμείς οι δύο. Πιστεύει κι αυτή, όπως κι εγώ, ότι ο κυρ Σ. έχει φύγει για τα Παρίσια, για ταξίδι μεγάλο. Και πολλές φορές που κάθομαι πάνω της και κουνιέμαι μπρος-πίσω, νομίζω πώς είμαι εγώ ο κυρ Σ. και πώς μπροστά μου περνάει ο Κανέλλος, το κόλλεϋ της οικογένειας. Και είναι τόσο ζωντανή η μνήμη, που χαράζει την πραγματικότητα με την αλλοτινή εικόνα, και νοιώθω το τρίχωμα του Κανέλλου να χαϊδεύει τα πόδια μου και την υψωμένη, φουντωτή ουρά του να κουνιέται πέρα-δώθε χαρούμενα και να μου κάνει αέρα.

"Τί στην ευχή, ποιός άνοιξε πάλι την πόρτα και κάνει ρεύμα..."

Ήτανε σαν άνθρωπος εκείνο το σκυλί. Τις Κυριακές άνοιγε αυτός πρώτος την πόρτα του δωματίου μας. Έριχνε έναν σάλτο και ξάπλωνε δίπλα μου στο κρεββάτι. Ήτανε χαμηλό το δικό μου το κρεββάτι και το προτιμούσε από της κυράς του. Ατσούμπαλος ο μάγκας, είχε φάει καμμια-δυο τούμπες ξεγυρισμένες απο κείνο κι έτσι το απέφευγε όταν τουλάχιστον είχε δικαίωμα επιλογής. Κι όταν καμμιά φορά είχα το σεντόνι τραβηγμένο μέχρι τη μύτη μου για να σωθώ από τα κουνούπια, άφηνε το πόδι του να πέσει με όλη του τη δύναμη πάνω στο κεφάλι μου, και συνέχιζε να το κρατάει εκεί μέχρι να αντιδράσω. Έπρεπε να ξυπνήσω και να του κάνω χώρο βλέπεις...

Ο Κανέλλος εξαφανίστηκε κι αυτός τον ίδιο χρόνο που έφυγε ο κυρ Σ. Δεν βρέθηκε ποτέ.

Η Ν. πήρε καινούργιο σκυλί που το αγάπησε πολύ. Εγώ εμπόδισα τον εαυτό μου να το αγαπήσει, κι έτσι, όταν το σκυλί πέθανε κάτω από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου πριν μερικούς μήνες, στεναχωρέθηκα πολύ λιγότερο από τότε με την εξαφάνιση του Κανέλλου. Στεναχωρέθηκα όμως πολύ για τη φίλη μου.

Σήμερα που πήγα στο σπίτι της Ν., τα φαντάσματα δεν ήταν ούτε ένα, ούτε δύο.

Ήτανε τρία.

Γυρίζοντας πίσω με μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα, αναλογίστηκα άλλα φαντάσματα, που με κυνηγάνε από παιδί, από τότε που άρχισα να βρίσκω τον εαυτό μου, ή μάλλον από τότε που εκείνος βρήκε εμένα.
Κι έξαφνα τα φαντάσματα ανακατευτήκανε, γίνανε κουβάρια.
Και η γεύση στο στόμα μου έγινε πιο πικρή, και τότε τρόμαξα.
Γιατί τα φαντάσματα που γεννιούνται μες στο μυαλό είναι διαφορετικά απ' αυτά που γεννιούνται μέσα από τον χρόνο.

Κι αυτό το ξέρω ντε.
Ποιός δεν το ξέρει άλλωστε;

Και μέσα απ' όλ' αυτά σήμερα, έφτασα να κάθομαι τώρα εδώ δα, με το κρασάκι δίπλα και την Αθήνα να προσποιείται πως κοιμάται απ' έξω, και να σκέφτομαι έτσι απλά, πως του μυαλού τα καμώματα, τα βλέπει ο χρόνος και γελά.

Γι αυτούς που θά 'πρεπε να μου λείπουνε, αλλά δεν μου λείπουνε ποτέ.

posted by mindstripper @ 1/22/2007 01:46:00 am  | 6 Comments |  Links to this post | 

Friday, January 12, 2007

Εμπρός λοιπόν καλό μου κοντέρ

Καμμιά φορά λέω να γράψω για τραγούδια που πονάνε.
Καμμιά φορά λέω να γράψω για ανθρώπους δικούς μου που με πληγώνουν.
Για το κλισέ ξέρεις... μόνοι ήρθαμε και μόνοι μας θα φύγουμε.
Για την οικογένειά μου - πω πω πω, πόσο κλασσική τυπική Ελληνικότατη οικογένεια είναι...
Για τον χρόνο που δε λυπάται κανέναν, κι αν δεν ήμουνα θρήσκα θα βάφτιζα αυτόν Θεό πάνω απ΄όλους.
Γι αυτό που βλέπω αυτή τη στιγμή έξω από το παράθυρο. Ξέρω ότι μετά από μερικά -άντε και πολλά πες- χρόνια, δεν θα είμαι εδώ να το ξαναδώ, ποιός ξέρει πώς θα τα έχει φέρει μέχρι τότε η λεγάμενη. Η ζωή ντε, που άλλοτε θεριεύει σαν φουσκωμένος αφρισμένος ποταμός κι άλλοτε ξαποσταίνει κάτω από τις ζεστές ερωτικές αναπνοές του ήλιου. Και κάθεται εκεί ακίνητη. Και λιάζεται να γίνει όμορφη, να καψαλίσει το κορμί της, να ξεμυαλίσει και τον Θεό μπας και προλάβει να παίξει άλλη μία παρτίδα μέχρι τη δύση. Γιατί δεν έχει σημασία το αποτέλεσμα, σημασία έχει το παιχνίδι, σημασία έχει να περάσεις και την ελάχιστη χρονική στιγμή που σου προσφέρεται παραπάνω, μέσα στο πετσί σου, να την κάνεις κουμάντο με τον τρόπο σου, να την κλωθογυρίσεις και να την επιστρέψεις πάλι πίσω με το δικό σου σημάδι, τη δική σου μυρωδιά πάνω της.

...

Και τί έλεγα;

Α, ναι, για κείνα που ώρες ώρες μου πλακώνουν την ψυχή. Τα κουβεντιάζαμε προχθές με φίλο καλό τώρα πια, που κάποτε ήταν από τους πρώτους μπλόγκερ που διάβασα όταν πρωτο-ήρθα εδώ.
Τα καλά και τα κακά μας... (ε, Μαίανδρε;)
Τελικά η μαγκιά δεν είναι να αντιμετωπίσεις τις αναποδιές. Η μαγκιά είναι να διαλέξεις ανάμεσα στο πλήθος και το διοξείδιο του άνθρακα που αποπνέουν, τα ένα-δύο καλά που κέρδισες. Να τα πάρεις από το χέρι, να τα κάνεις σημαία σου, με όσους σαρκασμούς κι αν ακουστούν τριγύρω, και να ξεκινήσεις για τ' άλλα, τα στραβά και τ' ανάποδα που έπονται. Γιατί απ' αυτά δεν έχουμε χορτάσει ακόμα, όχι επειδή είμαστε άνθρωποι της υπομονής και της χάριτος, αλλά επειδή απλούστατα, για να συγκρίνονται τελικά οι γεύσεις μεταξύ τους, πρέπει νά 'ναι πολλές και διαφορετικές. Κι αυτή η ζωή, εκτός από μεγάλη μπαγαπόντισσα, γουστάρει να το παίζει και γευσιγνώστρια σε κάθε λογής σαλόνια, ακόμα κι αν μέσα σ' αυτά ζεματάει τη γλώσσα της από τον υπερβολικό ζήλο, ακόμα κι αν ξερνάει χολή και κοντεύει να πεθάνει από δηλητηρίαση, ακόμα κι αν ένα απλό κρασάκι της κοστίσει την αφαίρεση διπλώματος και άδειας οδήγησης για τα επόμενα ένα, δύο, δέκα, τριάντα χρόνια.

Ε, και;
Μηδέν στο κοντέρ και τα ποδαράκια μας τά 'χουμε.
Δεν τά 'χουμε;
Τα καλά σε κρυφή τσέπη, στο μέρος της καρδιάς... και δρόμο.

Κι άμα δεν έχει καλά; [πιθανός αντίλογος]
Άμα δεν έχει καλά, πολύ φοβάμαι πώς θα πρέπει να επισκευθείς κι εσύ, όπως έκανα κι εγώ, έναν καλό οφθαλμίατρο.

posted by mindstripper @ 1/12/2007 01:13:00 am  | 17 Comments |  Links to this post | 

Tuesday, January 09, 2007

Two* Years After

I'd love to change the world

Εγώ κι ο Ρετ μαζί.



* ...τί Γιάννης, τί Γιαννάκης.

posted by mindstripper @ 1/09/2007 11:52:00 pm  | 8 Comments |  Links to this post | 

Tuesday, January 02, 2007

Χόλιγουντ

Τρώω μανταρινάκι γλυκόξυνο και ακούω τραγούδια από τη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ. Μου έρχονται στο μυαλό γυναίκες μοιραίες, ντίβες με καρδιά και μάτια δροσερών κοριτσιών, και άντρες που τις αφoπλίζουν με την αρρενωπή τους αλαζονεία και την εφηβική τους λαχτάρα για ζευγάρωμα και ερωτικά παιχνίδια.

Όλο αυτό μου ακουγόταν πάντα λίγο απόμακρο να σου πω την αλήθεια. Και λίγο μεγαλοπρεπές. Και κάπως απρόσιτο. Όπως το βάζο με το γλυκό βύσσινο που είχε η μάνα ψηλά στο ντουλάπι όταν ήμουνα μικρή. Όπως ο πίνακας που μισοκλείνω τα μάτια όχι για να τον δω καλύτερα, αλλά για να φανερωθούν μπροστά μου όλα εκείνα που έχουν ξεπηδήσει από πίσω του, από πάνω του, από μένα, από σένα, από το αυτοκίνητο που περνάει απ' έξω και σκορπάει στο διάβα του διάφανα αρπίσματα που μας χαϊδεύουν τα πρόσωπα - και ξαφνικά τα πάντα μυρίζουνε γιασεμί.

Κι έπειτα σκέφτομαι τα δικά μας "χρυσά". Αλλά όχι αυτά τα γκραντ, ξέρεις... Όχι τις γυναίκες τις τσαχπίνες και τις χυμώδεις, ούτε τους άντρες τους δον ζουαν που μοιάζανε με ημίθεους. Σκέφτομαι γυναίκες γκαφατζούδες και άντρες καλαμπουρτζήδες, κορίτσια στρουμπουλά κι αγόρια με στραβή μύτη και γυαλάκια. Τις τούμπες που έτρωγε η Ρένα και τις σφαλιάρες που ακολουθούσαν τα μαργαριτάρια που πέταγε η Δέσποινα, τις αγριοφωνάρες που σκόρπαγε η Τζένη, το κούτελο του Κωστάκη που ίδρωνε και ξε-ίδρωνε όταν τον παίδευε η Μάρθα, τις λέξεις που βγαίνανε κατακόκκινες και ζαλισμένες από τα τσίπουρα που είχε κοπανήσει ο Ντίνος, τα χλιμιντρίσματα και το τρανταχτό γέλιο του Λάμπρου, τη γλυκιά φαλάκρα κι εκείνο το λατρεμένο "μισό μάτι" του Διονύση, το ζεστό, γεμάτο ήλιους, χαμόγελο της Μάρως, τη Μήτση να κάθεται στα γόνατα του αδερφού της με χαμόγελο πικρό και παραπονεμένο αλλά και τόσο, μα τόσο γλυκό κι αγαπημένο...

Κι ύστερα, μετά απ' αυτά, γυρίζω πάλι στο Χόλιγουντ, αλλά αυτή τη φορά, δεν είναι οι ίδιες ψηλόλιγνες φιγούρες αυτές που γυροφέρνουν στο κεφάλι μου. Είναι το πρόσωπο του Χάρπο που χαμογελάει, που ανοίγει το πανωφόρι του του με εκείνο το παιδικό σκανταλιάρικο χαμόγελο και αραδιάζει από μέσα κλειδιά, κατσαβίδια, βιβλία, καθρεφτάκια, μπαστούνια του γκολφ, κυάλια, κλάξον, ένα ζευγάρι θεόστραβα ραγισμένα γυάλια, το παπούτσι του γείτονα, το πλαστικό κόκκαλο του σκύλου του, τη μαύρη ζαρτιέρα της γυναίκας του και τη γυάλα με το χαμένο χρυσόψαρο.

Όταν ήμουνα παιδί κι η τηλεόραση έδειχνε τον Χάρπο, εγώ έβλεπα νότες και χρώματα να βγαίνουν από τα μάτια του και να χορεύουν μέσα στην ασπρόμαυρη οθόνη. Κι ύστερα σταματούσα να μιλάω, προσπαθούσα να γίνω σαν κι αυτόν, νόμιζα ότι αν σιωπούσα θα μπορούσα να διοχετεύσω συναισθήματα και σκέψεις κι όνειρα στα δικά μου μάτια και μετά να χρωματίσω όλον τον κόσμο μ' αυτά, όπως έκανε κι εκείνος.

Σήμερα το πρωί, την ώρα που ήμουν μέσα στο ασανσέρ και κοίταζα στον καθρέφτη, είδα τα μάτια του Χάρπο να μου χαμογελάνε.
Και μεταξύ μας δηλαδή, αν το πίστευες κι εσύ όπως το πίστευα κι εγώ, θέλω να σου πω ότι το Χόλιγουντ δεν είναι καθόλου απόμακρο.
Ποτέ δεν ήτανε.

Κι άμα δε θες να ακούσεις εμένα, άκου τον Χάρπο.

posted by mindstripper @ 1/02/2007 05:38:00 pm  | 10 Comments |  Links to this post |